Περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 43, βιβλιοκριτική

Μια γυναίκα ζητά από το τρένο να αφηγηθεί τις ιστορίες του. Έτσι φτιάχνει ένα βιβλίο -θα ακολουθήσουν και άλλα;- όπου τα κεφάλαια-διηγήματα έχουν για τίτλους τον αριθμό της θέσης που κάθεται ο ήρωας και το βαγόνι μέσα στο οποίο ταξιδεύει. Οι ήρωες αυτοί είναι διαφορετικές περιπτώσεις μεταξύ τους, έχουν το κοινό όμως ότι ταξιδεύουν με το ίδιο τρένο και στη διαδρομή Αθήνα-Θεσσαλονίκη.

Ο παντρεμένος άντρας που βολεύεται στη θέση 4, βαγόνι 2 κάνει απολογισμό για μια ερωτική σχέση που μόλις τέλειωσε. Στη θέση 19, βαγόνι 5, παρατηρούμε μια φοιτήτρια  που συντηρείται από ένα πλούσιο ώριμο παντρεμένο άντρα, να νιώθει τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα για το συνομήλικο συνταξιδιώτη της. Ο συνταξιούχος οικοδόμος, που πηγαίνει να επισκεφθεί τα παιδιά του και έχει αποσυρθεί στο χωριό μαζί με μια συνομήλική του σύντροφο μετά το θάνατο της γυναίκας του, ταξιδεύει στη θέση 25, βαγόνι 1, ενώ η παντρεμένη παχουλή γυναίκα που ήρθε στην Αθήνα για να επισκεφθεί τη φίλη της, ξορκίζει τις παλιές μνήμες για τη ζωή του πληρωμένου έρωτα από όπου την έβγαλε ο άντρας που τώρα τιμά και σέβεται, κάθεται στη θέση 38, βαγόνι 2.

Ακόμη μαθαίνουμε για το νεαρό συγγραφέα διανοητή, που υπηρετεί τη θητεία του στη μακρινή Ορεστιάδα και αναλογίζεται τη δύσκολη γι’ αυτόν ζωή ανάμεσα στους φαντάρους και το μικρόνοο κλίμα του στρατοπέδου (Θέση 33, βαγόνι4). Στις θέσεις 34, 36 ,38, 40, 42, βαγόνι 5 κάθονται ο παππούς, η γιαγιά, η μαμά και ο μικρός Αλέξης που παρουσιάζουν ένα κομμάτι της οικογενειακής τους υπόθεσης ο καθένας από τη δική του οπτική. Επίσης, παρακολουθούμε δυο ακόμη άντρες -ο ένας νεαρός, ο άλλος ηλικιωμένος, Θέσεις 15-17, βαγόνι 5 που συζητούν. Ο γέρος δυνατά, ο νέος με εσωτερικό μονόλογο. η ζωή και το κουράγιο του ηλικιωμένου στο τέλος του διηγήματος εμψυχώνει τον απογοητευμένο νέο.

Άλλοι ξεκίνησαν από την Αθήνα και βολεύονται στις θέσεις τους. Άλλοι μπαίνουν στο δρόμο. Μαθαίνουμε πληροφορίες για τη ζωή τους, ο καθένας παρουσιάζει ένα κομμάτι από την ιστορία του και το τρένο προχωράει. Στο τέλος μιλάει και το ίδιο το τρένο: “[…] την κατάλαβα κι ας είχαν περάσει αρκετά χρόνια. και πρόσεξα που κρατούσε στα χέρια της ένα μεγάλο τετράδιο. Και πιο πολύ πρόσεξα τα μάτια της που διάβαζαν την αλφαβήτα των διαδρομών μας, τους καημούς των ανθρώπων την ώρα της αναμονής. Είδα το βλέμμα της που πάσχιζε ν’ ανοίξει κουβέντα με τα νέα τρένα, που ζητούσε επίμονα να της αφηγηθούν τις ιστορίες τους. Και έτσι αποχωρώ ησυχασμένο. Κι αν χάθηκαν τα δικά μου παραμύθια, θα υπάρξουν άλλα (συρμός 27) [σελ. 168].

Η γραφή της Δώρας Κασκάλη είναι ώριμη και η ματιά της καθαρή. Οι ήρωες ρεαλιστικοί ζούνε στην Ελλάδα του σήμερα και προέρχονται κυρίως από την περιφέρεια, όχι από την Αθήνα. Χωρίς εξάρσεις, η αφήγηση είναι συνεπής προς το όχημα, το οποίο επιλέγει η συγγραφέας για να την ενεργοποιήσει. Στο τρένο βρίσκει ο ταξιδιώτης το χρόνο να κάνει την εσωτερική του περιήγηση και να καταστρώσει τα σχέδιά του. Καθώς το τοπίο αλλάζει αργά-αργά, ο ταξιδιώτης προλαβαίνει να προσαρμοστεί στις αλλαγές και να προετοιμάσει τις δικές του.

Θέσεις 15-17, βαγόνι 3

Κάτσε, παλικάρι, να σε βοηθήσω. Πωπω, είναι βαριά η βαλίτσα σου! Βόλεψέ την δίπλα στην μπλε τη μικρή, τη δικιά μου. Έλα, εντάξει είσαι. Σαλονίκη μένεις; Λάρισα; Φοιτητής; Βρε να με πάρει, δεν είδα τη βέρα. Εγώ ανέβηκα από Λαμία. Πάω Σαλονίκη στην αδερφή μου, και με την ευκαιρία θα δω κι έναν καλό γιατρό για την καρδιά μου. Εσύ τι γυρεύεις από την Λάρισα στη συμπρωτεύουσα; Για δουλειά; Εμ, εσείς οι νέοι αλωνίζετε όλη την Ελλάδα. Εγώ στα χρόνια σου είχα στην καμπούρα μου δυο παιδιά στο σχολείο κι ένα στο Γυμνάσιο. Πού χρόνος για να ξεκολλήσεις απ’ τα χωράφια και την αγκούσα, από τα στόματα που αυγάταιναν μέσα στο σπίτι και περίμεναν να τα ταγίσεις. Χειμώνα καλοκαίρι δεν ήξερα στο χωριό. Αλλά έχεις δίκιο. Στην επαρχία πια δεν υπάρχουνε δουλειές για τους γραμματιζούμενους. Μόνο Ρουμάνοι κι Αλβανοί βοηθάνε στα χωράφια, παίρνουν κάνα μεροκάματο και πάνε παρακάτω. Εποχική δουλειά, τι να σου κάμει; Δεν βλέπεις προκοπή αν γυρνάς σαν τον τσιγγάνο. Μα και για τον ντόπιο, η δουλειά του αγρότη είναι σκληρή, πανάθεμά τη. Το είδα και στα μέρη μου που τα πιο πολλά παιδιά ρίχνουν μαύρη πέτρα και σπουδάζουν ό,τι να ’ναι, αρκεί να φύγουν απ’ τη μιζέρια. Εμείς τότε δεν ξέραμε από πανεπιστήμια και τα τέτοια. Δεν με ρώτησαν οι γονείς αν μ’ άρεζαν τα γράμματα. Με ζέψανε για τα καλά στ’ αλέτρι της ζωής και, ήθελα δεν ήθελα, όργωσα σαν το βόδι με κατεβασμένη την κεφάλα τα στέρφα χωράφια μας για να τα κάνω καρπερά. Με βάλαν μόνο να διαλέξω: χωράφια ή το κοπάδι. Εγώ με τα ζωντανά δεν μπορούσα, και τελικά με φάγαν οι σπορές και οι θερισμοί. Βρε, γνώμη για τίποτε δεν είχαμε στα νιάτα μου. Και να πεις για πολιτικά; Τώρα εσείς λέτε λεύτερα τι ψηφίζετε, κατεβαίνετε στους δρόμους και δέρνεστε με τους αστυφυλάκους. Εμείς πού να σηκώναμε κεφάλι. Στο σπίτι είχα τη ζωστήρα του πατέρα μου, στο σχολείο –ε, τέλειωσα κουτσά στραβά το Δημοτικό, αλλά μετά μ’ έκοψαν– είχα τη βίτσα του δάσκαλου, στην πλατεία την αγιαστούρα του παπά που μας την κουνούσε στη μούρη αν δεν εκκλησιαζόμασταν κάθε Κυριακή. Και λίγο που μεγαλώσαμε είχαμε το περίστροφο του ενωμοτάρχη. Εμείς ζήσαμε σε χρόνια δύσκολα, που ο αδερφός περνούσε απ’ το μαχαίρι τον αδερφό. Στο χωριό μας, όπως και σε όλη τη χώρα, οι μισοί ήταν με τον ένα και οι υπόλοιποι μισοί με τον άλλον. Πώς καταφέραμε και δεν φαγωθήκαμε κι αναμεταξύ μας οι συχωριανοί, είναι μεγάλο θάμα. Ευτυχώς που πεθάνανε οι πιο παλιοί και ταφήκανε η διχόνοια και τα μίση. Εμείς που στεκόμαστε ακόμα στα ποδάρια μας κι έχουμε τα λογικά μας, μονιάσαμε από χρόνια, μαζευόμαστε στον καφενέ και παίζουμε το ταβλάκι μας. Άντε να θυμώνουμε για τ’ αθλητικά και για τα κόμματα, αλλά χωρίς φωνές και κουρνιαχτό. Αυτά πάνε πια και πίσω δεν γυρνάνε. Στη δική μου φαμίλια κοιτάξαμε να τα έχουμε με όλους καλά. Έρχονταν οι αντάρτες, τους φιλεύαμε τα λίγα που είχαμε. Έρχονταν ξοπίσω τους τα φανταράκια του Εθνικού Στρατού, κερνούσε ο πατέρας μου κρασί απ’ τα βαένια και μεις, τα παιδιά, τους βάζαμε κλεφτά στ’ αμπέχονα κανένα ξερό σύκο. Ο πατέρας μου ήταν σκληρός άθρωπος, αλλά δίκαιος. Μας έλεγε: «Όλοι παιδιά μιας μάνας ήμαστε και μιλάμε την ίδια γλώσσα, κάμουμε τον ίδιο σταυρό». Μόνο αυτά μας δίδαξε. Γιατί εκεί στο χωριό, πού να μάθουμε από ιδέες και μεγάλα λόγια. Τόσα κολλυβογράμματα μάθαμε, τόσα κατέβαζε η κούτρα μας. Εμείς πιο καλά θέλαμε να τα έχουμε με τον καιρό, για να μην μας χαλάει τους ιδρώτες μας με τις νεροποντές και τα ξαφνικά χαλάζια. Γελάς, ε; Κάμαμε και μεις το χρέος μας, παλικάρι μου. Τόσα αγαθά από τα χέρια μας βγήκανε και χόρτασε ο κόσμος ψωμάκι. Μείναμε εμείς στα ψωροχώρια και στέλνουμε ακόμη τα στάρια, τα λάχανα και τις ελιές μας σε όλους αυτούς που παστώνονται στις πόλεις και καμώνονται τους πρωτευουσιάνους. Εμείς δεν θα γράψουμε ιστορία πουθενά. Δεν θα μας στήσουν κάνα άγαλμα. Ξέρουμε ότι ήρθαμε σε τούτη τη ζωή για να μας κλάψουν οι λίγοι συγγενείς. Αλλά δεν κλέψαμε, δεν αδικήσαμε για το χρήμα, δεν σκοτώσαμε για να κάμουμε όνομα γενναίου. Παλικάρι μου, όλοι σ’ αυτή τη ζωή έχουμε ένα σκοπό, αλλά δεν είναι εύκολο να ξέρεις από τα μικρά σου ότι δεν θα γένεις μήτε γιατρός μήτε δικεγόρος μήτε μεγάλος και τρανός. Εγώ και πολλοί σαν και μένα μικρύναμε τα όνειρά μας. Κι αν είχαμε ποτέ και όνειρα. Μας τσάκισαν και τα χρόνια κείνα. Νοθείες, χούντες, όλα κατακέφαλα μας ήρθαν. Και να σκύβουμε συνέχεια όλο και πιο χαμηλά το κεφάλι και να σφίγγουμε τα δόντια, να μην παρατήσουμε τους γέρους και τους συγγενείς και πάμε στην ξενιτιά. Κρατήσαμε εφτά χρόνια, παλικάρι μου, με το φόβο του αστυνόμου στην κεφάλα μας, αλλά με το φόβο της πείνας ζήσαμε όλη μας τη ζωή. Εμείς τότε δεν ξέραμε από καλοπέραση κι ακριβά ρούχα. Δεν διαλέγαμε πάπλωμα πιο μεγάλο απ’ το μπόι μας. Τα κρεβάτια μας ήταν σκληρά και οι κουβέρτες τραχιές και μας χάραζαν τα μούτρα. Μερικές φορές θυμώνουν τα παιδιά μου, σαν τους λέω ότι έπρεπε να έρθουν οι συνταγματάρχες για να γένει ένας δρόμος της προκοπής μέχρι το χωριό και το γιοφύρι που μας γλίτωσε από ποδαρόδρομο μέσα στα κατσάβραχα. Για χρόνια και πριν και μετά τη χούντα μάς είχαν ξεχασμένους. Δεν ήμασταν και κανένα χωριό της προκοπής: πολλοί δικοί μας φευγάτοι στην Αμερική και άλλοι τόσοι μεροκαματιάρηδες στην Αθήνα. Πάει το χωριό. Φύρανε για τα καλά. Κάτι γέροι ξεμείναμε πια και μερικοί απ’ τους Αμερικάνους που έρχονται και περνούν εδώ τα καλοκαίρια τους και μετά πάνε στο Σικάγο και την Αστόρια και ξεχειμωνιάζουν.

 Ίσως είναι καλύτερα που έχει συντροφιά. Προσέχει το χαρακωμένο απ’ τις ρυτίδες πρόσωπο του ανθρώπου που κάθεται δίπλα του. Το στόμα αλέθει ήρεμα τις λέξεις και στην τελεία κάθε πρότασης τα χείλη του τραβιούνται σ’ ένα πλατύ χαμόγελο. Είχε καιρό να δει ένα τόσο ψυχωμένο χαμόγελο που απλώνεται απ’ το κακοξυρισμένο πιγούνι μέχρι τα λαμπερά γαλάζια μάτια. Και οι κουβέντες του νεράκι καθαρό, ένα μικρό ποτάμι που αρδεύεται από την ίδια την πηγή της ζωής. Τον ρωτάει τα τυπικά, καταγωγή, δουλειές, οικογένεια, μα πιο πολύ του αρέσει να μιλάει για τον ίδιο. Χωρίς καμία πόζα, κανέναν εγωισμό ιστορεί τα δικά του, λες και θέλει ν’ αφήσει μάρτυρες για το πέρασμά του σε τούτο τον κόσμο, για να μην ξεχαστεί.Του είπε μέσες-άκρες για τον σκοπό του ταξιδιού του. Ο γέροντας δεν ρώτησε πολλά. Είχε στο νου του να πει τα δικά του βάσανα τότε που ήτανε νέος. Ανάσανε για λίγο. Η ερώτηση της δουλειάς τον ξεβόλευε αφάνταστα τους τελευταίους μήνες. Την απόφαση για το φευγιό του την πήρανε μαζί με την Αναστασία. Οι γονείς της γκρίνιαζαν, οι συγγενείς ψιλορωτούσαν. Στο τέλος, ντράπηκε κι αυτή κι αναγκάστηκε να τους πει ψέματα ότι είναι στις συζητήσεις με μια μεγάλη εταιρεία στη Σαλονίκη, για μια δουλειά καλύτερη απ’ αυτήν που έχασε. Θα μείνει αυτό τον μήνα στον αδερφό του. Θα βάλει κάτω τα πράγματα, θα πάει να βρει κι ένα-δυο γνωστούς. Και οι αγγελίες στη Σαλονίκη είναι περισσότερες απ’ ό,τι στη Λάρισα. Πάντως, δεν θα προσπέσει ξανά στον πεθερό του. Μια φορά έκανε το λάθος και εκείνος τον έστειλε στο μεγαλέμπορο το φίλο του, ένα καλό κουμάσι που πήγε να του ρουφήξει το αίμα, να τον κρατάει στην επιχείρηση δωδεκάωρο και βάλε, και να του δίνει οχτακόσια ευρώ και με λειψά ένσημα. Καλυτέρα να ζητήσει μια ευκαιρία από τους ξένους. Ποτέ πια από γνωστούς και συγγενείς. Ο πεθερός του καμώνεται ότι έχει τα μέσα στη Λάρισα, ενώ οι γονείς του στ’ Αγρίνιο είναι δύο ανθρωπάκια του Θεού χωρίς πρόσωπο στην κοινωνία. Τα είδε τα περίφημα τα μέσα του. Πήγε στον πολιτευτή, ο οποίος υποτίθεται ότι τον έχει αδερφό, για να του ζητήσει μια θεσούλα για τον άνεργο γαμπρό του και του πέσαν αμέσως τα μούτρα. Πριν προλάβει ν’ αρθρώσει κουβέντα, ο εθνοπατέρας του ξέκοψε οποιαδήποτε βοήθεια. Του εξήγησε ότι ήταν χαλεποί οι καιροί, ότι προηγούνταν άνθρωποι που θα του έφερναν ίσα με χίλιους σταυρούς, που είχαν στο χέρι τους ολάκερα χωριά στον κάμπο. Τον πεθερό του τον αγαπούσε και τον εκτιμούσε, αλλά πάνω από δέκα, άντε είκοσι σταυρούς δεν μπορούσε να του φέρει στο κόμμα. Καθαροί λογαριασμοί για εντιμότατους φίλους.

 Το μεγάλο το γιο τον κράτησα στο χωριό κι ανάλαβε τα χωράφια. Του έδωκα το σπίτι, τον πάντρεψα με μια καλή κοπέλα απ’ τα μέρη μας, κι έτσι στάθηκε στο ποδάρι μου, να μην πάνε χαμένοι οι κόποι των παππούδων του που άφησαν την ψυχούλα τους σε τούτα τα χώματα. Εγώ, όσο και να την αγαπάω την πλανεύτρα τη γη, δεν έχω τα παλιά κουράγια. Και πάλι πάνω στο τρακτέρ με βρίσκει ο πρώτος κόκορας ή να ξεβοτανίζω τον κήπο που έχουμε μπροστά απ’ το σπίτι μας. Ευλογία είναι τα πρωινά: η γριά μου μέσα να ψήνει το καφεδάκι κι εγώ, αφού νιφτώ με το κρύο νερό της γούρνας, να κάνω το σταυρό μου για τη νέα μέρα που έδωσε ο Θεός και χαίρονται τα μάτια μας. Τυχεροί είμαστε που ζήσαμε τόσα χρόνια, αναστήσαμε τα παιδιά μας, είδαμε εγγόνια. Τι άλλο να θελήσουμε από τούτη τη ζήση. Όλα τα καλά τα έχουμε. Δε λέω, μου λείπουνε τ’ άλλα μου τα παιδιά, αλλά το κρύβω απ’ τη γυναίκα, γιατί φαρμακώνεται σαν τους σκέφτεται μακριά. Η κόρη κι ο μικρός ο γιος πήγανε στην Αθήνα. Ξωθιά η άτιμη, τους μαγεύει όλους. Η κόρη κατάφερε κι έβγαλε το λύκειο, μπήκε σε μια σχολή κι έμαθε τα λογιστικά. Παντρεύτηκε κι ένα καλό παλικάρι, δημοτικός υπάλληλος ο γαμπρός, και μένουνε στον Πειραιά. Καλή τους ώρα, μια χαρά βόλεψαν το σπιτάκι τους, πήρανε δάνειο και γένανε νοικοκύρηδες, κάμανε και τα παιδάκια τους, όλα με τη σειρά τους. Ο μικρός ο γιος, το καμάρι της μάνας του, το στερνοπούλι μας, κεφάλι αγύριστο απ’ τα γεννοφάσκια του, δούλεψε οικοδομή καμιά πενταετία και μάζεψε παράδες για να μπορέσει να σπουδάσει. Σαν τέλειωσε το λύκειο τού ’βαλα όρους, να του δώκω να γένει γεωπόνος και να γυρίσει πίσω. Το χωριό, τα μέρη μας χρειάζονται έναν επιστήμονα που να είναι από τον τόπο, να στεριώσει εκεί και να τον πονάει. Το ζεβζέκι σαν είπε όχι, όχι. Νόμισα και γω ότι θα κουραζόταν απ’ το μόχτο και θα παρατούσε το πείσμα, το χαμαλίκι στις οικοδομές και την Αθήνα και θα γύριζε στη φωλιά του. Αλλά πάνω στα πέντε χρόνια μας το ξεφούρνισε πως πέρασε στις εξετάσεις και μπήκε στη Φιλοσοφική. Τώρα είναι καθηγητής σ’ ένα φροντιστήριο στο κέντρο, κάμει, όμως, και το διδαχτορικό του. Ο μικρός δεν αρέζεται με τίποτε. Είμαι σίγουρος ότι είναι καμωμένος για μεγάλα πράματα, ότι έβαλε στο νου του να γένει μέσα στα πανεπιστήμια δάσκαλος τρανός. Θάμα η δική μας η φαμίλια να βγάλει έναν άθρωπο των γραμμάτων.

 Ήθελε να του πει ότι αυτά τα περίφημα γράμματα τον έκαναν μετανάστη στον τόπο του. Στο Αγρίνιο δεν είχε μέλλον. Το μπακαλικάκι του πατέρα του έκλεισε μόλις άνοιξε στη γειτονιά το πρώτο σούπερ μάρκετ. Πάλι καλά που πρόλαβε ο γέρος του κι έβγαλε μια συνταξούλα, έχουνε και το περιβόλι τους και τα κουτσοκαταφέρνουν. Αυτός κοίταξε να περάσει στην Πάντειο Κοινωνικές Επιστήμες. Σκεφτόταν να φύγει στην Αγγλία μετά, ως φοιτητής είχε περγαμηνές, αλλά γνώρισε την Αναστασία και βρέθηκε στην καρδιά του Θεσσαλικού κάμπου να παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα σε ντουβάρια και να ψευτοδουλεύει σε μια εταιρεία που έκλεισε σύντομα. Όταν βρήκε τη δουλειά στο φιλανθρωπικό ίδρυμα, πίστεψε ότι επιτέλους του χαμογελούσαν η τύχη και οι άνθρωποι. Πέρασε πανηγυρικά τρεις συνεντεύξεις και μια γραπτή εξέταση κι έπιασε δουλειά προϊσταμένου. Μπορεί να ήταν με σύμβαση, αλλά πίστευε ότι η συνέπεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του, η αγάπη που έδειχνε στους εργαζόμενους, όπως και η αφοσίωση στο υψηλό έργο που επιτελούσαν οι φιλάνθρωπες και υπερπλούσιες κυρίες της Λάρισας δεν θα περνούσαν απαρατήρητες. Αλλά κάτι οι επικείμενες εκλογές κάτι οι εκδουλεύσεις που ήθελαν να κάνουν σε μερικούς απαιτητικούς και φιλόδοξους βουλευτές οι φιλάνθρωπες και σύζυγοι μεγαλοεργολάβων με ειδικότητα στην ανάληψη δημοσίων έργων, βρέθηκε αυτός ύστερα από τρία χρόνια με μια υμνητική συστατική επιστολή στο χέρι, ένα άτσαλο ευχαριστώ της προέδρου του Δ.Σ. και το παράσημο του άνεργου. Και τη δουλειά του όλο και κάποιο εκλεκτό τέκνο των κομματαρχών θα την αναλάμβανε. Τι να καθίσει να πει στον άνθρωπο για τα γράμματα. Αυτός μέσα στην απλότητά του ζει ζωή χαρισάμενη. Εξάλλου έφαγε πια τα ψωμιά του, τακτοποίησε τις υποχρεώσεις του, στέκεται στο κατώφλι του θανάτου χορτασμένος. Τι να του πει για τα δικά του σχέδια που νιώθει ν’ αναβάλλονται συνεχώς, για το παιδί που θα ’θελε να αποκτήσουν κάποια στιγμή αλλά δεν μπορούν με τις παρούσες συνθήκες. Σε τούτα τα χρόνια που αλλάζουν απότομα τα δεδομένα της ζωής τους, νιώθει να χτίζει σε κινούμενη άμμο. Ούτε στον εαυτό του δεν τολμά να ομολογήσει την ντροπή που νιώθει όταν στήνεται στην ουρά για τα τετρακόσια ευρώ του επιδόματος ανεργίας. Έφτασε στα τριάντα πέντε του, μετά από όνειρα και σπουδές, ν’ απλώνει το χέρι στη συμπόνια του κράτους, που ξέρει να πετάει ξεροκόμματα, αφού δεν μπορεί να εξασφαλίσει δουλειές και ευημερία στους πολλούς. Ο παππούς μιλάει τώρα στο κινητό με τη γυναίκα του. Κοντοστέκεται να πάρει ανάσα και μετά φωνάζει πιο δυνατά, για να τον ακούσει η γριά του που από τα χρόνια έγινε κι αυτή περήφανη στ’ αφτιά. Μόλις τελειώνει το τηλεφώνημα, παλεύει να κλείσει το μαραφέτι που του έδωσε ο γιος του για να παιδεύεται. Η Αναστασία δεν του τηλεφώνησε μέχρι τώρα. Μια στενοχώρια τού τριβελίζει την καρδιά όλες αυτές τις μέρες. Μπορεί να χάρηκε που η γυναίκα του είναι δίπλα του και τον στηρίζει, ότι πρώτη αυτή τού πρότεινε τη Σαλονίκη για να ψάξει για δουλειά, αλλά του κακοφάνηκε κιόλας που δεν θα της λείψει τόσο καιρό. Αυτή κάποτε δεν άντεχε μέρα μακριά του. Όταν παλιότερα της πρότεινε να φύγει στην Αγγλία και να βολευτεί εκεί, να ξεκινήσει το μεταπτυχιακό του, να πιάσει μια δουλειά και να την καλέσει να πάει να τον βρει, γέμισαν δάκρυα τα μάτια της κι άρχισε να τον ρωτάει επίμονα αν της ζητούσε να χωρίσουν. Για εκείνη ξέμεινε στην Ελλάδα, για εκείνη πήγε σε μια πόλη ξένη που δεν θ’ αγαπήσει ποτέ του. Και τώρα εκείνη μπορεί να περνάει τις μέρες της χωρίς αυτόν, να έρχεται μόνο τα σαββατοκύριακα να τον βλέπει ή να πηγαίνει αυτός στο σπίτι τους, κάθε φορά και πιο αποξενωμένος από πριν. Κι αν βρει δουλειά στη Σαλονίκη; Θα πηγαινοέρχεται με το τρένο, χαμένες ώρες στο από και το προς, δυσκολίες που δεν ξέρει πόσο έτοιμοι είναι και οι δυο τους για να τις αντιμετωπίσουν, αν θα τις αντέξουν, αν θα τις ξεπεράσουν ή αν θα τους ξεπεράσουν.

Κάτσε να πάρω το χάπι μου που το ξέχασα. Όλο μου τηλεφωνάει η γριά μου να μου το θυμίσει. Έδωκε οδηγίες και της αδερφής να έχει το νου της με τον ξεχασμένο. Η αδερφή μου, η λαφίνα μου. Τόσα χρόνια ανταμώνουμε Πάσχα ή Χριστούγεννα, σαν έρχονται για λίγες μέρες στο χωριό. Μας το πήρε το κορίτσι ο Μπάμπης. Είχε μια ευμορφιά νεράιδας στα νιάτα της. Ήρθε το γιατρουδάκι στα μέρη μας να μας γιατροπορέψει και λαβώθηκε απ’ τα κάλλη της. Την πήρε τελικά μαζί του πάνω στο βορρά και χαλάλι του, γιατί την έχει σαν τα μάτια του. Άξια οικογένεια, έβγαλε άξια παιδιά, σπουδαγμένα και τα δυο στις Αμερικές. Γιατροί και οι δυο γιοι, ο ένας γυναικολόγος με μεγάλο γιατρείο στην Τσιμισκή, ο άλλος ουρολόγος στο πανεπιστήμιο. Μεγαλεία η Αννούλα μου. Όταν πάω καμιά φορά στη Σαλονίκη, μαζεύονται τα εγγόνια, μια ζουμπουρλού που ’χει τ’ όνομά της και τα δίδυμα, και με ρωτάνε για το χωριό, με βάζουν να τους λέω ιστορίες για το δάσος με τις ξωτικές και το στοιχειωμένο γιοφύρι που ρίχνει στα φουσκωμένα νερά του ποταμού τα παλικάρια σαν έχουν κρίμα στο λαιμό τους. Τα έρημα δεν ξέρουν μήτε τ’ ονόματα απ’ τα δέντρα και τα πουλιά, μήτε καταλαβαίνουν σαν τους λέω για τα λούλουδα και τα οπωρικά που φυτεύουμε στους κήπους και τα περβόλια. Ανοίγουν τα ματάκια τους και ρουφάνε τα λόγια μου σαν το νεράκι. Πού να μάθουν μέσα στα μπετά πώς καρπίζει η γη την άνοιξη, πώς κοιλοπονάει τους σπόρους και δίνει μίσχους και φύλλα κι ανθάκια χρωματιστά. Αυτή η γη που μας παιδεύει για να της πάρουμε τη γκαστριά της, να την κάμουμε φαΐ για τους πεινασμένους, τόσα χρόνια είναι για μένα πράμα μυστήριο. Οι ναυτικοί έχουν τη θάλασσα κι εγώ τα σταροχώραφα που χρυσίζουν σαν τα πελάγη κάτω απ’ την πυρά του ήλιου. Μέχρι και την τελευταία μου μέρα, παλικάρι μου, δεν θα πάψω να θαμάζω αυτό το δώρο. Κι αυτή η μέρα δεν είναι μακριά. Η γριά μου δεν ξέρει τίποτε. Θα με πάει ο γαμπρός μου σ’ έναν καρδιολόγο, αλλά μου ’κοψε τις ελπίδες από τα πριν. Είναι κι αυτός παθολόγος έμπειρος και ξέρει. Δεν υπάρχει γιατρειά για την καρδιά μου. Την κούρασα πολύ όλα τα χρόνια, και τώρα πήραν να σκουριάζουν τα γρανάζια της. Τα φάρμακα δεν με κάμουν καλά κι αν μ’ ανοίξουν μπορεί να μείνω στον τόπο. Θα μου πεις, γιατί πηγαίνεις στον γιατρό, αφού ελπίδες δεν υπάρχουν; Για τη λαφίνα μου πηγαίνω στη Σαλονίκη κι όχι για τους γιατρούς και τις διαγνώσεις τους. Θέλω να την αποχαιρετήσω, να της φιλήσω τ’ άσπρα της μαλλάκια, να πω τα στερνά μου παραμύθια στ’ εγγόνια της και ύστερα να γυρίσω στο σπίτι μου. Εκεί στο σπίτι μου θέλω να κλείσω τα μάτια μου και να ’χω στο πλευρό μου τη γυναίκα, το γιο, τη νύφη και τα εγγόνια μου. Κι αν προλάβω, να στείλω να φωνάξουν και τους ξενιτεμένους μου στην Αθήνα. Να τους έχω όλους τριγύρω μου. Αν ήταν να διαλέξω, κάλλιο θα το ’χα να παραδώσω την ψυχή μου την ώρα που θα μπαίνει απ’ τη χαραμάδα του παντζουριού το πρώτο φως του ήλιου. 

 Βαριανασαίνει και δεν μιλάει πια. Κι όμως, στο πρόσωπό του έχει μείνει αυτό το πλατύ χαμόγελο. Ο άνθρωπος σκέφτεται τη στιγμή του θανάτου του, κι όμως συνεχίζει να χαμογελά. Νιώθει ξαφνικά πιο γέρος απ’ το συνεπιβάτη του. Άφησε τις αναποδιές να τον πάρουν από κάτω και τις κοινωνικές συμβάσεις να τον γεμίσουν άχρηστες ενοχές. Τον πιάνει μια επιθυμία ν’ ακούσει τη φωνή της Αναστασίας. Δεν θέλει πλέον να περιμένει εκείνη να του δώσει ένα σημάδι ότι τον σκέφτεται, ότι δεν μπορεί μακριά του. Μ’ αυτούς τους μπακαλίστικους υπολογισμούς χάνουν, τελικά, οι περισσότεροι τη ζωή τους και δεν καταφέρνουν να έχουν μήτε μια στιγμή πλέριας ικανοποίησης. Την καλεί ανυπόμονα και την ίδια ώρα βλέπει πάνω στο τζάμι το παγωμένο πρόσωπό του να σπάζει κομμάτια-κομμάτια σχηματίζοντας ένα άγουρο χαμόγελο που θα πασχίσει από δω και μπρος να φυτέψει με υπομονή στο κέντρο του κεφαλιού του.

Εκδοχές ενός ταξιδιού, Μ. Θεοδοσοπούλου (H Εποχή)

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

Δώρα Κασκάλη
«Στο τρένο»
Εκδόσεις Γαβριηλίδης
Αθήνα, 2010

Τα διηγήματα μιας συλλογής μπορεί να είναι σκόρπια παιδιά της έμπνευσης, μπορεί, όμως, και να έχουν κάποιους δεσμούς αναμεταξύ τους. Αυτοί, πάλι, μπορεί να είναι δεσμοί αίματος, όπως θα χαρακτηρίζονταν οι θεματικές συγγένειες. Μπορεί, όμως, να είναι και δεσμοί εξ αγχιστείας, που σημαίνει χαλαρότεροι και πιθανώς, ότι προέκυψαν από την ανάγκη συστέγασης των διηγημάτων σε μια συλλογή. Έτσι θα χαρακτηρίζαμε τους δεσμούς τόπου ή και χρόνου, αφού, σε κάποιες περιπτώσεις, μπορεί ο συγγραφέας να παραλλάξει, εκ των υστέρων, αυτά τα στοιχεία στα διηγήματα, ώστε να τα κάνει ομοειδή. Στο πρώτο της βιβλίο, η Δώρα Κασκάλη συγκεντρώνει οκτώ διηγήματα, με συνδετικό κρίκο τον τόπο, στον οποίο διαδραματίζονται. Μόνο που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο τόπος συνιστά μέρος του θέματος και συνεπώς, θα ήταν αδύνατο να διαφοροποιηθεί.
Όπως δηλώνει και ο τίτλος του βιβλίου, στα επτά από τα οκτώ διηγήματα, οι ήρωες ταξιδεύουν με τρένο. Μάλιστα, ο αριθμός της θέσης τους μαζί με τον αριθμό του βαγονιού αποτελούν τον τίτλο του κάθε διηγήματος. Πρόκειται για τα συνολικά πέντε βαγόνια μιας αμαξοστοιχίας, του «Συρμού 27», όπως είναι ο τίτλος του καταληκτικού διηγήματος. Αυτό το τελευταίο διήγημα έχει τη μορφή μονολόγου. Πρόκειται για τον μονόλογο του ίδιου του συρμού, όταν αυτός εγκαταλείπει τον κεντρικό σταθμό και οδεύει προς βορρά, όπως έχει κάνει άπειρες φορές στον μακρόχρονο βίο του. Το εικάζουμε ότι υπήρξε μακρόχρονος, μια και πρόκειται για τον συρμό «Αριστοτέλης», της γραμμής Αθήνα-Θεσσαλονίκη, που φημίζεται για την παλαιότητα των τρένων της. Όπως και να έχει, αυτή είναι η τελευταία φορά, καθώς πηγαίνει για απόσυρση.
Για το τρένο, ως θέμα ή και απλώς ως σκηνικό, έχουν γραφεί ουκ ολίγα διηγήματα, καθώς και μυθιστορήματα. Θεματική, πάντως, ανθολογία, όσο γνωρίζουμε, δεν υπάρχει. Μόνο μια με διηγήματα ισπανών, αργεντίνων και μαξικάνων συγγραφέων, είχε κυκλοφορήσει προ ετών, με τίτλο, «Σιδηροδρομικώς». Προσφάτως, για να εορτασθούν τα δεκάχρονα του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών, προκηρύχθηκε διαγωνισμός διηγήματος με θέμα «Ταξίδι στον Αέρα». Κανονικά, θα έπρεπε να είχε προηγηθεί διαγωνισμός διηγήματος για το τρένο, δεδομένου ότι οι ελληνικοί σιδηρόδρομοι, που κρατούν από την εποχή του Χαρίλαου Τρικούπη, έχουν προ πολλού συμπληρώσει την εκατονταετηρίδα τους. Δεν γνωρίζουμε, πάντως, άλλο συγγραφέα στα καθ’ ημάς, που να έγραψε σειρά διηγημάτων με θέμα το τρένο.
Η Κασκάλη προτιμά την αφήγηση στο τρίτο πρόσωπο, ανεξάρτητα αν οι ιστορίες της παρακολουθούν την οπτική ενός μόνο προσώπου. Εκτός από δυο διηγήματα, που, στον τίτλο τους, έχουν περισσότερες της μιας θέσεις, οπότε και η αφήγηση παρακολουθεί ισάριθμα πρόσωπα. Σε κάθε ιστορία, ο ταξιδιώτης αλλάζει φύλλο, ηλικία και επάγγελμα. Έτσι δημιουργείται η εντύπωση μιας επιλεκτικής περιπτωσιολογίας, που φαίνεται να γίνεται σε μια προσπάθεια εμβάθυνσης στην ψυχοσύνθεση των ταξιδιωτών, καθώς και στις νοοτροπίες διαφορετικών ηλικιών και κοινωνικών τάξεων. Στο πρώτο διήγημα, ο ταξιδιώτης είναι ένας ιδιωτικός υπάλληλος, που η εταιρεία του, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, τον στέλνει στην Αθήνα για εκπαιδευτικό σεμινάριο. Είναι δέκα χρόνια παντρεμένος και έχει περισσότερα του ενός τέκνα. Αυτό, ωστόσο, δεν τον εμποδίζει να κυνηγά τις ερωτικές περιπέτειες. Σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, αναπολεί μια παλαιότερη σχέση του. Ήταν μια γυναίκα, χωρίς αναστολές, που ζούσε μόνη της. Η σχέση τους διακόπηκε ξαφνικά, με πρωτοβουλία εκείνης. Η συναισθηματική εμπλοκή και των δυο, την οποία δεν ήθελαν να παραδεχτούν, την κατέστησε αδύνατη. Το διήγημα σκιαγραφεί τον γνώριμο τύπο του άντρα, που έχει μεγάλη ιδέα για τη γοητεία και τον ανδρισμό του.
Στο δεύτερο, μια φοιτήτρια θέλγεται από νεαρό συνταξιδιώτη της. Τα αισθήματα δείχνουν αμοιβαία. Μόνο που εκείνη έχει στη Θεσσαλονίκη έναν ηλικιωμένο εραστή, που την συντηρεί, ενώ εκείνον τον περιμένει ο μόνιμος δεσμός του στην Αθήνα. Τελικά, δεν τολμούν ούτε να συστηθούν, πόσω μάλλον να ανταλλάξουν τηλέφωνα. Η κοπέλα, ωστόσο, ελπίζει σε μια μελλοντική συνάντησή τους, όταν αδέσμευτοι θα βρεθούν εκτός Ελλάδος. Αυτή η ρομαντική της διάθεση δεν πολυταιριάζει με το πρακτικό πνεύμα, που αντικατοπτρίζουν οι σκέψεις της.
Στο τρίτο διήγημα, περιγράφεται μια συγκυρία δραματικών καταστάσεων με κεντρικό πρόσωπο έναν συνταξιούχο, που ταξιδεύει στην Αθήνα για να δει τα δυο παντρεμένα παιδιά του. Ο ίδιος, μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς στις οικοδομές, έχει εγκατασταθεί στο χωριό του, κοντά στη Βέροια, και έχει ξαναπαντρευτεί, αφού έχασε νωρίς από καρκίνο τη γυναίκα του. Στο επόμενο διήγημα, το ταξίδι είναι ταξίδι επιστροφής μιας γυναίκας στον άντρα και το παιδί της. Στην Αθήνα είχε έρθει για να επισκεφτεί μια φίλη της, παλιά συνάδελφο στο αθηναϊκό “καλό σπίτι”, όπου δούλευε, πριν την αποκαταστήσει ένας χτίστης από βορειοελλαδίτικο χωριό. Την έβγαλε από το βούρκο, θα έγραφε ένας παλαιότερος μυθιστοριογράφος.
Στο πέμπτο διήγημα, ανατέμνεται το πρόβλημα της ομοφυλοφιλίας στον κλοιό στρατώνα και οικογένειας. Ένας φαντάρος, στην πρώτη του έξοδο, επιστρέφει στο πατρικό του στην Αθήνα. Με σπουδές στο εξωτερικό, ήδη τριαντάρης, βρέθηκε παραδόξως να υπηρετεί στον Έβρο. Έχει ζήσει ένα δυνατό δεσμό με φίλο του στη Γερμανία. Ακαταστάλακτος, όμως, σκέφτεται σοβαρά τον μόνιμο δεσμό με γυναίκα. Ακολουθεί το διήγημα, που έχει ως τίτλο πολλές θέσεις, όπου παρατίθενται τα προβλήματα μιας οικογένειας λόγω ενός διαζυγίου, κατά το ενός κακού μύρια έπονται. Τη συλλογή κλείνει το διήγημα, με τίτλο δυο θέσεις, στο οποίο ένας ηλικιωμένος από χωριό μονολογεί, ενώ ο νεαρός συνταξιδιώτης του σκέπτεται, τις δικές του δυσκολίες, επαγγελματικές και οικογενειακές. Επιμύθιο, ο καθείς και τα βάσανά του. Αυτό είναι το ευρύ φάσμα ηρώων και προβληματισμών, που καθορίζει ως ένα βαθμό το αποτέλεσμα.
Το πρώτο βιβλίο της Κασκάλη δείχνει την αφηγηματική της άνεση. Λιγότερο ικανοποιητικές δείχνουν οι ψυχογραφήσεις, που αποπειράται. Από μια άποψη, αναμενόμενο, αφού ξανοίγεται σε τόσες διαφορετικές περιπτώσεις. Στις πιο ανοίκειες προς αυτήν, σχηματοποιεί, καταλήγοντας να στρογγυλεύει τους χαρακτήρες. Τα πάθη, όμως, δεν επιδέχονται παρόμοιες ταχτοποιήσεις. Γιατί άλλα τα υλικά της πεζογραφίας κι άλλα μιας κοινωνιολογικής μελέτης. Για παράδειγμα, το διήγημα, που δημοσιεύει στο πρόσφατο τεύχος του «Εντευκτηρίου», δείχνει σαν αφηγηματική εφαρμογή της διδακτορικής της γύρω από τις εκφάνσεις της ελληνικότητας στη μεταναστευτική λογοτεχνία.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Λογοτεχνικά Βραβεία ΔΙΑΒΑΖΩ 2011, 9 πρωτοεμφανιζόμενοι για ένα βραβείο, του Δημήτρη Μαστρογιαννίτη (Athens Voice τχ 346/11-5-2011)

Για 15η χρονιά το περιοδικό «Διαβάζω» θα απονείμει τα Λογοτεχνικά Βραβεία ΔΙΑΒΑΖΩ. Το να συμπεριληφθεί το όνομα ενός συγγραφέα/ποιητή στη λίστα για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου είναι ένα δείγμα «αναγνώρισης» και προτροπής για συνέχεια. Η A.V., χορηγός επικοινωνίας, έκανε μια ερώτηση στους 9 υποψηφίους για τη συγκεκριμένη κατηγορία: αν και υποψήφιοι για ένα σημαντικό βραβείο, πιστεύετε πως έχει δίκιο ο Ρενουάρ όταν έλεγε: «Ο μοναδικός έπαινος που πρέπει να κάνουν σε έναν καλλιτέχνη, είναι να αγοράζουν τα έργα του»;

Άννα Αφεντουλίδου
Ελλείπον σημείο, εκδ. Πανδώρα (ποίηση)
«Το θέμα δεν είναι να επαινούν τον Καλλιτέχνη, αλλά να επιτρέπουν στο Έργο του να ζει και ν’ ανασαίνει μέσω του Άλλου… η εναγώνια αναζήτηση του οποίου αποτελεί μιαν από τις ύστατες κοινωνικές του πράξεις».

Μιχάλης Γεννάρης
Πρίγκιπες και δολοφόνοι, εκδ. Ίνδικτος (μυθιστόρημα)
«Τους πίνακες που ζωγραφίζω, φροντίζω και τους χαρίζω σε φίλους. Πάτρωνες και Ευγενικοί Χορηγοί των μυθιστορηματικών μου καθεδρικών, είναι οι φιλάνθρωποι, φιλαναγνώστες Γεννήτορές μου».

Στέργια Κάββαλου
Αλτσχάιμερ Trance, εκδ. Τετράγωνο (διήγημα)
«Δεν υπάρχουν μοναδικοί έπαινοι, δεν υπάρχουν μοναδικοί τρόποι. Πατώντας, όμως, στη φράση του Ρενουάρ θα έλεγα πως “ο πιο αυθεντικός έπαινος που μπορούν να κάνουν σε έναν καλλιτέχνη είναι να μοιραστούν το έργο του”. Από καρδιά σε καρδιά, από χέρι σε χέρι».

Λένα Καλλέργη
Κήποι στην άμμο, εκδ. Γαβριηλίδης (ποίηση)
«Δεν νομίζω ότι υπάρχει μοναδικός έπαινος ούτε μοναδικός τρόπος ανταμοιβής για τους καλλιτέχνες. Είναι σημαντικό να αναγνωρίζονται και να αμείβονται, όπως πολύ σημαντικό είναι να νιώθουν καλά οι ίδιοι με το έργο τους και τη γνησιότητά του, ανεξάρτητα από την υποδοχή που μπορεί να έχει».

Δώρα Κασκάλη
Στο τρένο, εκδ. Γαβριηλίδης (διήγημα)
«Η επικοινωνία με τους αναγνώστες είναι ο βασικός στόχος ενός πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα που αποφασίζει να δημοσιοποιήσει το έργο του. Ωστόσο, είναι σπουδαία εργαλεία για να καταστήσει γνωστή τη δική του φωνή, τόσο η κριτική υποδοχή όσο και η όποια επιβράβευσή του».  
Μάρτυ Λάμπρου
Κόπιτσες, εκδ. Οσελότος (διήγημα)
«Οι άνθρωποι αγοράζουν επενδύοντας, όπως και οι καλλιτέχνες, για την ψυχή τους. Και εγώ, Πιερ Ωγκίστ, ειμί πτωχή και πένης και μ’ ένα σακίδιο στους ώμους, όμως ο Μιχαήλ Μπαχτίν είχε πει: “Ο καλλιτέχνης γράφει για τις επόμενες γενιές”».

Ανέστης Μελιδώνης
Αστέρια από χαρτί, εκδ. Γαβριηλίδης (ποίηση)
«Ο Ρενουάρ –γιος φτωχής οικογένεια– εκτιμούσε την οικονομική πλευρά που θα του επέτρεπε να αφοσιωθεί στο έργο του. Αν λοιπόν υπάρχει έπαινος αυτός είναι η έμπρακτη αναγνώριση, αφού η περαιτέρω κατανόηση φαντάζει αδύνατη για έναν καλλιτέχνη βυθισμένο στο έργο του».

Βάσω Νικολοπούλου
Βασιλική, εκδ. Πόλις (νουβέλα)
«Για μένα είναι σημαντικός ο έπαινος, ιδίως ο έπαινος από ανθρώπους που επικοινώνησαν με το βιβλίο μου. Μου φαίνεται σπουδαίο να μαθαίνω ότι κάποιος “είδε” ό,τι βλέπω, “άκουσε” ό,τι λέω, “ένιωσε” όσα γράφω. Κι ας το δανείστηκε το βιβλίο…»

Θοδωρής Ρακόπουλος
Φαγιούμ, εκδ. Μανδραγόρας (ποίηση)
«Η αγορά συνεπάγεται χρηματική διαμεσολάβηση. Η ποίηση όμως είναι τράπεζα αίματος, και το βιβλίο δωρεά ανώνυμου δότη. Ο έπαινος είναι σαν όμορφο αντίδωρο, καταρχήν αφού ο αναγνώστης/κριτικός έχει ανατρέξει τη λεπτή κόκκινη γραμμή, από το ποιητικό DNA, πίσω στον ανώνυμο».

Στη μικρή λίστα για τον πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα των λογοτεχνικών βραβείων του περιοδικού “Διαβάζω” για το 2010

Αναδημοσίευση από “Τα Νέα”:

Μερικά από τα πιο γνωστά ονόματα της ελληνικής λογοτεχνίας, όπως οι Λένα Διβάνη, Μάρω Δούκα, Τάκης Θεοδωρόπουλος, Αλκη Ζέη, Ιωάννα Καρυστιάνη, Λένα Κιτσοπούλου αλλά και πολλοί άλλοι συμπεριλαμβάνονται στις μικρές λίστες των υποψήφιων βιβλίων για τα Λογοτεχνικά Βραβεία ΔΙΑΒΑΖΩ που απονέμει το ομώνυμο περιοδικό για δέκατη πέμπτη χρονιά, και οι οποίες ανακοινώθηκαν τη Δευτέρα από τις δύο κριτικές επιτροπές.

Η τελετή απονομής θα πραγματοποιηθεί την Τρίτης 17 Μαΐου στις 19.00 στο αμφιθέατρο του Μουσείου Μπενάκη, της οδού Πειραιώς.

«Η μεγαλύτερη καινοτομία είναι ότι τα βραβεία αποτελούν πίνακες των εικαστικών καλλιτεχνών Μιχάλη Αμάραντου, Θανάση Μακρή, Κώστα Νταούλα και Γιώργου Σπυρόπουλου, προσφορά του Μουσείου Φρυσίρα, και συνοδεύονται από χρηματικό έπαθλο 2.000 ευρώ έκαστο (αυξήθηκε κατά 1000 ευρώ από πέρυσι), χορηγία του Οργανισμού Συλλογικής Διαχείρισης Έργων Λόγου. Αν και διανύουμε περίοδο κρίσης, είμαστε συνειδητά αισιόδοξοι. Τα σχέδια μας αντί να μικραίνουν, πληθαίνουν» ανέφερε ο δημοσιογράφος και διευθυντής του περιοδικού Διαβάζω Γιάννης Μπασκόζος.

Οι κατηγορίες των βραβείων είναι: καλύτερου μυθιστορήματος, διηγήματος – νουβέλας, λογοτεχνικού δοκιμίου – μελέτης, ποίησης, πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα (στη μνήμη του Ηρακλή Παπαλέξη), εικονογραφημένου παιδικού βιβλίου, και λογοτεχνικού βιβλίου για μεγάλα παιδιά.

Ακόμη, φέτος θα απονεμηθεί βραβείο «Προσφοράς στο Βιβλίο» στη μνήμη του ιδρυτή του περιοδικού Διαβάζω, Περικλή Αθανασόπουλου. «Το βραβείο αυτό αποφασίστηκε να δίνεται όχι με καλλιτεχνικά κριτήρια όπως τα υπόλοιπα αλλά είναι ένα βραβείο που απονέμεται σε άτομα ή φορείς που προσέφεραν και προσφέρουν στο περιοδικό από “άλλους δρόμους”» σημείωσε ο εκδότης του περιοδικού Γιώργος Γαλάντης.

Όσον αφορά την διαδικασία αξιολόγησης, οι επιτροπές των βραβείων έκριναν το σύνολο της παραγωγής του 2010, με το υλικό τους να αντλείται από τους κοινούς καταλόγους της ΒΙΒΛΙΟΝΕΤ και του Διαβάζω. Έλαβαν, επίσης, υπόψη τους και τις μεμονωμένες παραγωγές όσων συγγραφέων είχαν αποστείλει τα βιβλία τους στη διεύθυνση του περιοδικού.

Η ψηφοφορία είναι μυστική και το κάθε μέλος της επιτροπής αξιολογεί τα βιβλία με σειρά προτίμησης. Τα αποτελέσματα θα ανακοινωθούν το βράδυ της απονομής.

Η είσοδος στην τελετή θα είναι ελεύθερη για το κοινό.

Σε άνθηση το διήγημα
Μιλώντας εκ μέρους της επιτροπής κρίσης των βιβλίων για ενήλικες, ο κριτικός λογοτεχνίας Αλέξης Ζήρας τόνισε πως «κατά την τελευταία εικοσαετία, όπου οι νέες αφηγηματικές τεχνικές ευνοούν τις μικρές φόρμες και δανείζονται πολύ συχνά μέσα έκφρασης και γλώσσες από άλλες τέχνες, το διήγημα διανύει μία από τις πιο ανθηρές περιόδους του».

Όπως εξήγησε ο κ. Ζήρας, «το μυθιστόρημα του 2010, έχει γίνει σε πολλές περιπτώσεις ιδιαίτερα στοχαστικό, με την ανάπτυξη σκέψεων και προβληματισμών για την πολιτική, έχει αποβάλει την αφέλεια και τον αυθορμητισμό που το διέκριναν ως ακόμα τη δεκαετία του ’80, και ταυτόχρονα βάζει με πιο απαιτητικό τρόπο στον σύγχρονο αναγνώστη ερωτήματα για πράγματα που νόμιζε λυμένα ή ότι τα είχε αφήσει πίσω του, όπως η αναψηλάφηση της νεότερης ιστορίας, που εδώ και κάμποσο καιρό έχει γίνει προνομιακό πεδίο για τους μυθιστοριογράφους. Κάτι που ισχύει και για την ποίηση».

Ακόμα, συμπλήρωσε ο κ. Ζήρας, η συνειδητοποίηση ότι είμαστε πλέον πολίτες του κόσμου, χωρίς προστατευτικά όρια, έχει ελαττώσει κατά πολύ στα ανάλογα βιβλία την εμφάνιση του άλλου τόπου ή του άλλου ανθρώπου ως ξένου και ακατανόητου.

Σύμφωνα με τον ίδο, το πιο δύσκολο έργο της επιτροπής είναι να επιλέξει τις υποψηφιότητες των καλύτερων πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων. «Είναι η κατηγορία που χρειάζεται το περισσότερο ψάξιμο, και, επίσης, είναι η κατηγορία όπου η βοήθεια από τη μεριά της κριτικής βιβλίου είναι ελάχιστη έως ανύπαρκτη» κατέληξε.

Αναλυτικά οι μικρές λίστες:

Πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας

•Αφεντουλίδου Αννα, Ελλείπον σημείο, εκδόσεις Πανδώρα (ποίηση)
•Γεννάρης Μιχάλης, Πρίγκιπες και δολοφόνοι, εκδόσεις Ίνδικτος (μυθιστόρημα)
•Κάββαλου Στέργια, Αλτσχάιμερ Trance, εκδόσεις Τετράγωνο (διήγημα)
•Καλλέργη Λένα, Κήποι στην άμμο, εκδόσεις Γαβριηλίδης (ποίηση)
•Κασκάλη Δώρα, Στο τρένο, εκδόσεις Γαβριηλίδης (διήγημα)
•Λάμπρου Μάρτυ, Κόπιτσες, εκδόσεις Οσελότος (διήγημα)
•Μελιδώνης Ανέστης, Αστέρια από χαρτί, εκδόσεις Γαβριηλίδης (ποίηση)
•Νικολοπούλου Βάσω, Βασιλική, εκδόσεις Πόλις (νουβέλα)
•Ρακόπουλος Θοδωρής, Φαγιούμ, εκδόσεις Μανδραγόρας (ποίηση)

Θέση 4, βαγόνι 2 (το πρώτο διήγημα της συλλογής)

Βολεύεται στην πράσινη σκουριά της 4ης θέσης, στο δεύτερο βαγόνι του «Αριστοτέλη», και περιμένει να δει τον συνεπιβάτη, αυτόν ή, αν είναι τυχερός, αυτήν που θα τον συντροφεύσει, που θα ανασαίνει δίπλα του για πέντε ώρες, που θα κοιμηθεί με το κεφάλι πεσμένο στον έναν ώμο ή θα παίζει βαριεστημένα με το κινητό μέχρι να τελειώσει ο χρόνος της αναμονής. Σε δυο λεπτά λύνεται το μυστήριο. Ένας ευτραφής εξηντάρης, με φτηνιάρικο κοστούμι και σακ-βουαγιάζ για ταξίδια-αστραπή προσπαθεί να βολευτεί στο στριμόκωλο κάθισμα δίπλα του. Ιδροκοπάνε τα κρέατά του και γουργουρίζει το στομάχι του, μόλις καταφέρνει να βρει μια γωνία βολική που να μην τον σουβλίζουν στα πλευρά τα μπράτσα. Ατυχία. Αποφασίζει ότι μεγαλύτερο ενδιαφέρον θα έχει τελικά το πανόραμα που κορνιζάρει το παράθυρό του, και στρέφει το βλέμμα του στο τζάμι, παρατηρώντας μια το είδωλό του και μια τον σταθμό που αχνοφαίνεται πίσω από το ξενυχτισμένο μούτρο του.
Με το πρώτο τράνταγμα του ξεκινήματος τον πιάνει μια παράξενη νοσταλγία. Θυμάται τον εαυτό του έναν χρόνο πριν. Ίδιο είδωλο στο τζάμι-καθρέφτη. Πάλι για σεμινάριο από τη δουλειά, Τρίτη πρωί, παχνιασμένα τρένα στον σταθμό, μούχλα που κολλάει στον φάρυγγα και κάνει το σάλιο μούργα.
Αυτός ποτέ του δεν παραπονέθηκε για τις εκπαιδευτικές αγγαρείες που τους φορτώνουν στην πρωτεύουσα, κι ας γκρινιάζουν όλοι οι υπόλοιποι συνάδελφοι για το ξεβόλεμα από τα σπίτια και τις οικογένειες, και για το δασκαλίστικο ύφος των στελεχών-εκπαιδευτών που τους φτύνουν στη μούρη την περιφρόνηση για την ασχετοσύνη τους.
Γι’ αυτόν, κάθε ταξίδι κρύβει μια υπόσχεση κι ένα κέρδος. Του αρέσει να σκέφτεται ότι παραδίνεται στην τύχη και τα τερτίπια της, ότι παρασέρνεται από μια ακολουθία γεγονότων που άλλα προκαλεί ο ίδιος κι άλλα απλώς συμβαίνουν ερήμην του. Όπως λέει συχνά, αφήνεται να τον οδηγούν οι καλόγνωμοι αέρηδες και να του δείχνουν πού να ρεμετζάρει και πού να ορτσάρει με ακρίβεια μεταφυσικής πυξίδας.
Του αρέσει να μιλάει και να σκέφτεται με μεταφορές, να γλιστράει τη σκέψη του στα ανέγνωρα μονοπάτια της παραβολής και στους δαιδαλώδεις διαδρόμους της πολύχωρης αλληγορίας. Το βρίσκει ταιριαστό για την ηλικία του και την κοπιαστική πορεία που έκανε η σκέψη του, ύστερα από τόσες και τόσες πεζοπορίες στις ερήμους της γνώσης, όταν κάτω από τον παντογνώστη ήλιο της αυθεντίας τού κάθε δασκάλου του, που του έκαιγε τα μάτια, έτρεχε ποτάμι ο ιδρώτας και η παγωμάρα της απορίας και της άγνοιας ξύλιαζε την πλάτη του μέχρι τα ριζά των γλουτών.
Στο πανεπιστήμιο δεν μπόρεσε να πάει, αλλά καλλιεργήθηκε μόνος του, αγοράζοντας βιβλία με δόσεις και παρακολουθώντας επιμορφωτικές εκπομπές στην τηλεόραση. Κατάφερε έτσι να έχει λέγειν, βασικό ατού για τη δουλειά του και, όταν έχει κέφια, να σκαρώνει πετυχημένα ποιηματάκια με ρίμα που ξαφνιάζει. Και σ’ εκείνη άρεσαν οι κουβέντες του· μιλούσαν με τις ώρες πριν απολαύσουν τον έρωτα.
Τι να σου κάνουν τα ίδια και τα ίδια σαρακοφαγωμένα λόγια, οι κινήσεις που η συνήθεια τις ξεπατικώνει αυτόματα. Σάμπως κι ο έρωτας δεν γίνεται πάντα με τον ίδιο τρόπο; Και να μοιάζει διαφορετικός στην αρχή, τα κορμιά ξέρουν και καλουπώνονται στις στάσεις και τα σχήματα που τους είναι πιο βολικά, πιο κοντά στην έξαψη και τον σπασμό. Δεν το ’χει δει και με τις άλλες; Δεν το ζει δέκα χρόνια με τη γυναίκα του; Η γλώσσα πριν γλείψει την αλατισμένη σάρκα, προτού θηλυκώσει τα νεύρα στα μέλη που στενάζουν και χαίνουν την καυλωμένη τους προσμονή, πρέπει πρώτα να βουτήξει στην ψυχή, να ξεριζώσει το προβλέψιμο και να παλουκώσει βαθιά μέσα της το αλλιώτικο. Μόνο τότε ο έρωτας αξίζει τ’ όνομά του, τις θυσίες, ακόμη και τις τύψεις.
Ένας «Φίλιππος» τον οδήγησε τότε σ’ εκείνη. Όταν την γνώρισε, δεν ήξερε αν θα ήθελε να κάτσει μαζί της για όλη τη βραδιά ή αν προτιμούσε ένα καλό δίωρο σ’ ένα από τα ημιδιαμονής της παραλίας. Είχε κουραστεί το κορμί του που βούλιαζε ολημερίς στα άβολα καθίσματα του συνεδριακού κέντρου. Και περισσότερο πονούσαν τ’ αφτιά του με τη βαβούρα όλων αυτών που καμώνονταν τους έξυπνους και καλόπιαναν τους προϊστάμενους και τη διοίκηση. Εκείνη καθόταν παραδίπλα και είχε το ίδιο βαριεστημένο ύφος. Το πήρε για καλό σημάδι. Όταν βγήκαν για διάλειμμα, στάθηκε κοντά της καπνίζοντας, τάχαμου αμέριμνος. Στην ηλικία του ήταν, καλοβαλμένη, ντυμένη όχι κραυγαλέα, όχι όπως κάτι τσουλάκια που πλεύριζαν όλο υποσχέσεις τους πενηντάρηδες διευθυντάδες. Βέβαια του φαινόταν παράξενο που τα μετρούσε όλα αυτά σ’ εκείνη, αφού γι’ άλλον σκοπό την ήθελε.
Κάνα δίωρο, είχε αποφασίσει τελικά, και μετά γραμμή για το δικό του ξενοδοχείο, αναφορά στην Βούλα για το πώς πήγε η μέρα του, μετά οι φωνές των παιδιών του που θα λέγανε τα νέα από το σχολείο και θα κατέληγαν, όπως πάντα, να τσακώνονται γύρω από το τηλέφωνο για το ποιο θα πάρει το ακριβότερο παιχνίδι.
Φτάνει να ήθελε κι εκείνη. Δεν θα του ήταν δύσκολο να καταλάβει τις προθέσεις της∙ πάντα τα έπιανε αυτά στον αέρα από τότε που ένιωσε τον εαυτό του άντρα. Είχε και συγκριτικό πλεονέκτημα, γιατί ήταν από τους πιο νέους στην αίθουσα και μακράν ο πιο όμορφος. Φαίνεται πως κι εκείνη τα μέτρησε όλα αυτά και δέχτηκε, σαν της πρότεινε να φάνε μαζί.
Μετά το φαγητό, τις τυπικές κουβέντες και τις πρώτες ερωτήσεις, όπου και άνοιξε ο καθένας τους τα χαρτιά του, δεν έμεινε κάτι άλλο να κάνουν πέρα από το αρχικά ποθούμενο. Αλλά εκείνη δεν ήθελε να πάνε σε ξενοδοχείο. Είχε ακούσει πολλά για κρυφές κάμερες παρακολούθησης, σιχαινόταν τα σεντόνια τα ποτισμένα από τον ιδρώτα και το σπέρμα τόσων άγνωστων ανθρώπων, ένιωθε ότι είχαν κολλήσει πάνω στους τοίχους τους πρόστυχες σκέψεις και χειρονομίες της συναλλαγής. Προτιμούσε το σπίτι της, το μέρος που πάστρευε κάθε βδομάδα με τη χλωρίνη και το Άζαξ, τους καναπέδες της που ήξερε την κάθε γούβα τους και θυμόταν την ιστορία από κάθε αόρατο λεκέ.
Και τούτο το βράδυ θα άφηνε το παράσημό του στην ταπετσαρία τους, μια σταγόνα κρασί, λίγο χυμένο σπέρμα από το προφυλακτικό που θα ξερίζωνε εκείνος βίαια στο τέλος. Ήξερε ότι όσο πιο πολύ αργούσε να μπει μέσα της κανείς, όσο παίδευε το κορμί της και το δικό του μυρμηγκιάζοντας την ξεγυμνωμένη σάρκα, τόσο πιο γρήγορα έτρεχε για το ντους για να γδάρει από πάνω του τα σημάδια της και να εξαγνιστεί στους ατμούς του νερού, μόλις η ανομία έφτανε στο τέλος της. Κι αυτό συνέβαινε και με τους ελεύθερους και με τους παντρεμένους. Ήταν καλή στον έρωτα κι όταν η φαντασία τους έβρισκε το ταίρι της στη δική της επιθυμία, εκείνοι τρόμαζαν, την κοιτούσαν παράξενα και μια-δυο φορές της αφήσανε λεφτά στο κομοδίνο από τη δική της μεριά, και τους κατάπιε η νύχτα και μια απόλυτα εύγλωττη απουσία.
Την άκουγε αποσβολωμένος να τα λέει όλα αυτά με βλέμμα γαληνεμένο. Του απολογήθηκε ότι ήταν πιο ανοιχτή μαζί του, γιατί δεν ήθελε άλλα φιλοδωρήματα – δεν άντεχε τις πλάτες τους που όρθωναν εκείνο το τείχος ανάμεσά τους, λίγα λεπτά αφότου είχαν κυλιστεί στα φρεσκοσιδερωμένα σεντόνια της. Εκείνη τη βραδιά, του είπε, ζητούσε πιο πολύ μια αγκαλιά, μια κουβέντα κι έναν έρωτα πιο ήμερο που δεν θ’ άφηνε μετά σακατεμένη την ψυχή της.
Κι αυτός ήξερε τι ήθελε. Μάλλον το ένιωθε στη ρίζα του βουβώνα του, αλλά πολεμούσε να μην φτάσει μέχρι τα μάτια του και τον προδώσει. Τον έρωτα που εκείνη του είχε αρνηθεί, αυτόν είχε φανταστεί. Συνηθισμένος τόσα χρόνια στα χλιαρά σεντόνια της Βούλας, ζητούσε να τρίψει το κορμί με βία πάνω της, και στο τελείωμα να της πετάξει κατάμουτρα τον ξοδεμένο σπόρο του χωρίς υποχρεώσεις, δάνεια, συγγενολόια. Δεν άντεχε να δώσει πιο πολύ απ’ αυτό. Και τι να δώσει σε μια γυναίκα που τόσο εύκολα τον έμπαζε στο σπίτι της, κι ας υποκρινόταν ότι είχε αλλεργία στα κωλοξενοδοχεία και τις πόρνες;
Είχε αποφασίσει να μείνει μαζί της για λίγο, είχε σχεδιάσει αλλιώς τη βραδιά. Ξάφνου θέλησε να φανεί μεγαλόψυχος και να της κάνει το χατίρι. Πήρανε ένα ταξί και πήγανε στο σπίτι της. Μαλάκωσε πιο πολύ σαν είδε το χώρο της και του άρεσε, ήπιανε απανωτά ποτά και μιλήσανε για την εταιρεία, για τα κοινά τους προβλήματα, για τα σπασίματα που τους έκαναν με τα εργασιακά τους δικαιώματα, και καταλήξανε ότι παντού, είτε στη δική του πόλη που ήταν επαρχιακή είτε στην πρωτεύουσα που ζούσε εκείνη, η μούρη της εργοδοσίας ήταν το ίδιο γουρουνίσια. Άρχισε να νιώθει άβολα που μιλούσε σαν ίσος με μια γυναίκα. Είχε συνηθίσει με την Βούλα που τον είχε περί πολλού όταν της αφηγούνταν τα νέα της ημέρας, κι εκείνη κρυφοκαμάρωνε για τον άντρα της που με την εξυπνάδα και την καπατσοσύνη του τα έφερνε βόλτα με πελάτες κι αφεντικά. Στο κρεβάτι, όμως, της ξαναθύμισε τον γυναικείο ρόλο της, σαν πήρε η ίδια η φύση το πάνω χέρι.
Είχε χρόνια να ξεγελάσει τη γυναίκα του. Μόνο στις δύο εγκυμοσύνες της ψιλοβολεύτηκε για κάτι μήνες με μια πεταχτή υπάλληλο μιας συνεργαζόμενης εταιρείας. Βόλεψε και τη συνείδησή του με τις ορμές που έπρεπε να βρούνε διέξοδο, γνώρισε τελικά την πεταχτή σ’ έναν φίλο του απ’ το στρατό που την αρραβωνιάστηκε δόξη και τιμή, κι έτσι έκλεισε τους παλιούς λογαριασμούς.
Μετά τα δέκα χρόνια γάμου παίρνεις μόνιμη αμνηστία, σκέφτεται μ’ ένα αδιόρατο χαμόγελο που βλέπει να καθρεφτίζεται στα χνοτισμένα τζάμια. Εξάλλου, αν μετρήσει τις φορές που βρεθήκανε μ’ εκείνη, θα είναι λιγότερες από το ξαλάφρωμα με την πεταχτή. Την προηγούμενη χρονιά, η εταιρεία αναδιοργανωνόταν, και είχε κάνει το ανεβοκατέβασμα στην Αθήνα ψωμοτύρι, αλλά πάντα δεν βόλευε να ξεμοναχιαστούν στο τριάρι της και να κουβαριαστούν στους άσπρους καναπέδες της για να καταλήξουν μπλεγμένοι σαν πλεξούδα στο υπέρδιπλο κρεβάτι της.
Το τυπικό το έμαθε απ’ έξω, αλλά όσο κράτησε του άρεσε, ίσως γιατί δεν πρόλαβε να ξεθωριάσει η πατίνα του. Πρώτα πίνανε το κρασάκι τους στον καναπέ, μιλούσαν για τα προβλήματά τους στην εταιρεία, κουβεντιάζανε για την πολιτική και τις ανθρώπινες σχέσεις· κάποιες φορές της έλεγε τα παράπονά του από τη γυναίκα και τα παιδιά, όσα δεν μπορούσε να της πει απ’ το τηλέφωνο από φόβο μην κρυφακούσει κάνας συνάδελφος. Μαζί της λυνόταν ο κόμπος που τον βασάνιζε, εκείνο το φρένο που μετριάζε τους θυμούς και τις αντιρρήσεις του στο σπίτι και στη δουλειά∙ ένιωθε τον αέρα και τα λόγια του να κυκλοφορούν ελεύθερα μέσα του. Μετά την έγδυνε, ξεφλούδιζε τα ρούχα της για ν’ αποκαλύψει τα δαντελωτά εσώρουχα που του άναβαν τα αίματα. Όσο περνούσε ο καιρός, εκείνη γινόταν πιο τολμηρή, του έκανε χατίρια που μόλις προλάβαινε να της ψιθυρίσει στ’ αφτί, μοιραζόταν μαζί του μ’ εμπιστοσύνη την ψίχα της ψυχής, αξεχώριστα από το σκοτεινό πηγάδι της επιθυμίας της.
Μόλις είδε το πρόβλημα που θα έβαζε πάνω στην καμπούρα του, έκοψε τις πολλές κουβέντες. Θυσίασε με πόνο ψυχής το τυπικό τους, αφού έκρινε ότι, κόβοντας τον αέρα στα πανιά, θα είχε πιο πολύ του χεριού του το τιμόνι. Την λυπήθηκε και εκείνη που την έβλεπε να γαντζώνεται απ’ το στόμα του, που την ένιωθε να τον φιλάει σαν να της έδινε την ανάσα της ζωής. Εκείνες τις φορές κάνανε λυσσασμένα έρωτα, κόντευαν να ξεκολλήσουν τα μέλη τους, δάγκωνε ο ένας τη σάρκα του άλλου και δεν σταματούσαν μέχρι να φανεί στη φλούδα του δέρματος το μπλάβο αίμα.
Σιγά σιγά περιόρισε τα τηλεφωνήματα και τις εξομολογήσεις, έντυσε τη φωνή του μ’ ένα λούστρο φτηνό και ξεθωριασμένο, ξέχασε μέχρι και να της ευχηθεί για τη γιορτή της. Ήταν σίγουρος πια ότι εκείνη έπιασε το νόημα γερά απ’ τα μαλλιά, και αφέθηκε ν’ απολαμβάνει το καλύτερο σεξ της ζωής του.
Μια έρρινη φωνή αναγγέλλει το σταθμό της Λαμίας. Ο διπλανός του έχει βολευτεί στ’ απέναντι καθίσματα που άδειασαν από την Λάρισα. Έχει ανεβάσει το μεσαίο μπράτσο και, επιτέλους, κάθεται με την αγαλλίαση του πασά στον οντά του. Τη θέση των οδαλίσκων έχουν πάρει εύχυμες εικοσάρες σε άκρως αποκαλυπτικές πόζες στις ιλουστρασιόν σελίδες του μηνιαίου ανδρικού περιοδικού που σαλιώνει με βουλιμία.
Αυτές οι τολμηρές γκόμενες μία δεν πιάνουν μπροστά στην πηγαία αισθαντικότητα εκείνης. Ακόμη κι όταν έφτασαν να κάνουν μόνο βουβό έρωτα, ένιωθε να μην την χορταίνει. Γνωρίζοντάς την από τόσο κοντά, δεν θα την αποκαλούσε χυδαία, αλλά αυθεντική γυναίκα με βαθιά επίγνωση της σεξουαλικότητάς της . Γι’ αυτό έπεσε απ’ τα σύννεφα όταν κάποιο βράδυ εκείνη του πρότεινε να πάνε σ’ ένα ανυπόληπτο ξενοδοχείο, χωμένο σε μια πάροδο δίπλα στο λιμάνι. Είχε καλοβολευτεί με το διαμερισματάκι της, με το φαγητό που ετοίμαζε πάντα με τόση προσοχή και φροντίδα. Ήταν καλύτερη μαγείρισσα από την Βούλα, αλλά δεν τόλμησε να της το πει ποτέ – ήταν εκείνη η καταραμένη ρότα που είχε βαλθεί ν’ ακολουθήσει κόντρα στους μαργιόλικους αέρηδες εκείνης. Συμφώνησε με κατεβασμένα μούτρα. Πήραν κλειδί από έναν χλεμπονιάρη εξηντάρη που έξυνε με μανία τη μύτη του την ώρα που μπήκαν, κι ούτε που σταμάτησε ακόμα και στη θέα των εκλεκτών πελατών του, ανέβηκαν τη σκάλα, διέσχισαν έναν διάδρομο με μπαλώματα ασβέστη πάνω στη μούχλα, κι έφτασαν σ’ ένα άθλιο δωμάτιο που σιχαινόσουν και ν’ ανασάνεις μέσα του.
Το κάνανε σχεδόν όρθιοι, με τα ρούχα, γιατί κανένας τους δεν άντεχε ν’ ακουμπήσει τα ποντικί σκεπάσματα του σιδερένιου κρεβατιού. Αφού τον άφησε ξέπνοο σε μια ετοιμόρροπη ψάθινη καρέκλα, εκείνη έβαλε το χέρι της στη μέσα τσέπη του σακακιού, τράβηξε το πορτοφόλι του και έβγαλε ένα πενηντάρικο που επιδεικτικά έχωσε μέσα στον κόρφο της. Ύστερα άνοιξε την πόρτα και βγήκε, με μόνο απόηχο της παρουσίας της το νευρικό χτύπημα των τακουνιών της στην τριζάτη σκάλα.
Μ’ ένα τράνταγμα όμοιο με αυτό του ξεκινήματος, το τρένο σταματά στην αποβάθρα του Σταθμού Λαρίσης. Αφήνει τους άλλους επιβάτες να προχωρήσουν και περιεργάζεται με την ησυχία του το μουντό αθηναϊκό πρωινό. Σκέφτεται ότι είναι, τελικά, καλύτερα που δεν θα την δει στο σεμινάριο. Είναι σίγουρος ότι θα ένιωθε άβολα μετά την τελευταία φορά. Πριν από μερικές μέρες έμαθε από μια φίλη της ότι μπήκε στο Δημόσιο. Έκανε τα χαρτιά της και την διόρισαν σ’ ένα υπουργείο. «Ένας ακόμη που προτιμάει τη σιγουριά του», σιγομουρμουρίζει όσο στρώνει το ταλαιπωρημένο κοστούμι του, τη φόρμα εργασίας της απαιτητικής και άκρως ανασφαλούς δουλειάς του. Αυτήν τη φορά δεν θα περάσει εύκολα ο χρόνος της εκπαίδευσης. Εκτός κι αν συμπέσει μ’ εκείνη την κοκκινομάλλα που δουλεύει σε άλλη διεύθυνση, αλλά τον τελευταίο καιρό συνεργάζεται με το τμήμα του.