Στο αίθριο του “Πανδοχείου”: Δώρα Κασκάλη

Σύντομα θα ενοποιήσω τα μπλογκ που παρακολουθούν την πορεία των βιβλίων μου σε μία σελίδα. Τα ηλεκτρονικά αυτά αρχεία ήταν πολύτιμα για μένα. Παραθέτω εδώ μία παλιότερη συνέντευξη που αναρτήθηκε τον Ιανουάριο του 2012 στο βιβλιοφιλικό μπλογκ του Λάμπρου Σκουζάκη, όπου γίνεται αναφορά στα διαβάσματά μου, στα δύο βιβλία μου και σε άλλα, ελπίζω όχι αδιάφορα.

Kaskali_cover_s
Το 2012 κυκλοφόρησε ελεύθερα στο διαδίκτυο η νουβέλα μου του πολυτάλαντου Γιάννη Φαρσάρη.
Τον Ιούνιο του 2014 θα κυκλοφορήσει η πρώτη μου ποιητική συλλογή “Ανταλλακτήριο ηδονών” από τις καλαίσθητες εκδόσεις Σαιξπηρικόν του ποιητή Γιώργου Αλισάνογλου.
Τέλη αυτού του χρόνου με αρχές του επόμενου θα κυκλοφορήσει και η δεύτερη συλλογή διηγημάτων μου “Παροπλισμένοι”.
Το ταξίδι συνεχίζεται.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, Δώρα Κασκάλη

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Είναι πολλοί και αντιπροσωπεύουν αναγνωστικές προτιμήσεις διαφορετικών περιόδων της ζωής μου. Πρόχειρη λίστα με τους έλληνες: Γεώργιος Βιζυηνός, Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Μιχαήλ Μητσάκης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Κωνσταντίνος Καβάφης, Δημοσθένης Βουτυράς, Γιώργος Σεφέρης, Γιώργος Θεοτοκάς, Νίκος Εγγονόπουλος, Μ.Καραγάτσης, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Μανόλης Αναγνωστάκης, Γιώργος Ιωάννου, Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Μάριος Χάκκας, Ανδρέας Φραγκιάς, Δημήτρης Χατζής, Άρης Αλεξάνδρου, Αργύρης Χιόνης, Άρης Φακίνος, Βασίλης Αλεξάκης, Μένης Κουμανταρέας, Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, Περικλής Σφυρίδης, Μάρω Δούκα, Ρέα Γαλανάκη, Θανάσης Μαρκόπουλος, Δημήτρης Δημητριάδης, Βασίλης Γκουρογιάννης και οι κάπως νεότεροι βορειοελλαδίτες διηγηματογράφοι (Τάσος Καλούτσας, Κοσμάς Χαρπαντίδης, Βασίλης Τσιαμπούσης, Ηλίας Παπαμόσχος). Και με τους ξένους: Σααδί, Ε.Α. Πόε, Σταντάλ, Γκυστάβ Φλωμπέρ, Φιόντορ Ντοστογιέφσκι Άντον Τσέχοφ, Μαξίμ Γκόρκι, Νικολάι Γκόγκολ, Λέων Τολστόι, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Φερνάντο Πεσσόα, Τ. Σ. Έλιοτ, Μαρσέλ Προυστ, Αλμπέρ Καμύ, Φραντς Κάφκα, Τόμας Μαν, Τζον Στάινμπεκ, Σκοτ Φιτζέραλντ, Σύλβια Πλαθ, Φρανσουάζ Σαγκάν, Γιούκιο Μισίμα, ΄Ιταλο Καλβίνο, Τζ. Ντ. Σάλιντζερ, Ρέιμοντ Κάρβερ, Τζέφρι Ευγενίδης. Δυστυχώς τα τελευταία χρόνια δεν διάβασα αρκετή σύγχρονη ξένη λογοτεχνία, παρά μόνο γνωρίζω κάποια ονόματα καθαρά δημοσιογραφικά.

ΛοιμόςΑγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Δεν θα είμαι αναλυτική για να μην καταχραστώ το χώρο σας. Αν βάλετε σε κάθε παραπάνω όνομα δύο με τρία έργα του, ο κατάλογος θα είναι μακρύς, ειδικά αν προστεθούν και μεμονωμένα έργα συγγραφέων. Τηλεγραφικά μόνο θα πω ορισμένα ελλήνων: Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα, Λοιμός του Φραγκιά, Το κιβώτιο του Αλεξάνδρου και η τριλογία του Άρη Φακίνου (Το κάστρο της μνήμης, Κλεμμένη ζωή, Το όνειρο του πρωτομάστορα Νικήτα).

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Θα αναφέρω για ευνόητους λόγους κάποια διηγήματα παλιότερων συγγραφέων: «Μοσκώβ-Σελήμ» του Βιζυηνού, «Ο έρωτας στα χιόνια» του Παπαδιαμάντη, «Πίστομα» του Θεοτόκη, «Παραρλάμα» του Βουτυρά, «Σαμπεθάι Καμπιλής» του Χατζή.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος Έλληνας λογοτέχνης;
Κάτι θα γίνει θα δεις Χρήστος Οικονόμου
Ο Χρήστος Οικονόμου και ειδικά για το τελευταίο βιβλίο του Κάτι θα γίνει θα δεις. Γα να μην αδικήσω τους υπόλοιπους νέους συγγραφείς, πρέπει να ομολογήσω ότι δεν έχω αρκετό χρόνο για να διαβάσω δουλειά τους. Ενημερώνομαι, όμως, από τον ηλεκτρονικό τύπο και τα περιοδικά και βλέπω με μεγάλη μου χαρά ένα δημιουργικό ξέσπασμα των σημερινών περί τα τριάντα –αλλά και νεότερων- συγγραφέων, ποιητών και πεζογράφων.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

ΚάτωΤους ήρωες των διηγημάτων της πρώτης μου συλλογής τους έχω αφήσει στις αέναες διαδρομές τους πάνω στις ξεφτισμένες θέσεις των συρμών, να ανοίγουν κουβέντα με τους περαστικούς. Όσο για τις γυναίκες του «Κάτω», μαθαίνω νέα τους από τους αναγνώστες που άρχισαν να διαβάζουν το βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα, και εκπλήσσομαι από όσα τους ανιστορούν ερήμην μου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η ναξιώτισσα Αριάγνη του ομώνυμου βιβλίου του Τσίρκα από την Τριλογία του που κατοικεί στο Κάιρο σε ένα ιδιότυπο λαβύρινθο: ανεξίθρησκη συντρέχει τους ντόπιους, γίνεται το καταφύγιο του κυνηγημένου Σιμωνίδη, ζει έναν έρωτα χωρίς ανταπόκριση κι όμως βασανιστικά παρόντα για 23 χρόνια με τον Γιούνες και υπερασπίζεται τη δική της πανανθρώπινη ηθική.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

grindelwald-train-station_2.jpg
Στο τρένο και μάλιστα πολλές φορές. Στη διαδρομή Θεσσαλονίκη-Αθήνα έχω καταφέρει να γράψω ολόκληρα –σύντομα- διηγήματα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Καθετί μπορεί να ενεργοποιήσει την έμπνευση: οι άνθρωποι που συναντώ, μια είδηση στο διαδίκτυο, μια εικόνα έξω από το παράθυρο του αυτοκινήτου, ένα πρόσωπο στο λεωφορείο. Παρακολουθώ ηδονοβλεπτικά τα πάντα γύρω μου. Εκείνη τη στιγμή κινητοποιείται όλος ο μηχανισμός της φαντασίας και στήνεται ο βασικός σκελετός της πλοκής. Όταν, αργότερα, καταγράφω την ιστορία στον υπολογιστή μου, πολλές φορές το κείμενο με πάει αλλού και αναθεωρώ ακόμη και ολόκληρο το οικοδόμημα που ξεκίνησα να στήνω. Αυτά προκειμένου για τα διηγήματα. Η συγγραφή ενός μυθιστορήματος είναι μια εργασία πιο συστηματική και λιγότερο παρορμητική, γι’ αυτό και δυσκολότερη για μένα που έχω συνηθίσει να γράφω στη σύντομη φόρμα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Εργάζομαι όταν και όποτε μπορώ να βρω λίγο χρόνο. Συνήθως επεξεργάζομαι εγκεφαλικά κατά τη διάρκεια της ημέρας μια βασική ιδέα με συνηθέστερη υπόκρουση το Τρίτο Πρόγραμμα που ακούγεται σταθερά στο σπίτι, αλλά και τις πρώτες κουβέντες της κόρης μου, το κλάμα του γιού μου, όλη αυτή τη μουσική του μικρόκοσμου του σπιτιού μου που παρέχει ασφάλεια, χαμόγελο και κουράγιο ακόμη και όταν η έμπνευση κάνει κοιλιά. Διαύγεια για να γράψω έχω αργά το βράδυ, μαζί όμως και με τη συσσωρευμένη κούραση από τις ημερήσιες φροντίδες.
Προτιμώ να ακούω σάουντρακ από αγαπημένες ταινίες, Philip Glass, Michael Nyman, Ryuichi Sakamoto, Zbigniew Preisner, Wim Mertens, Arvo Pärt, Sylvain Chauveau.

Στο τρένο
Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο βιβλίων σας;

Το πρώτο μου βιβλίο Στο τρένο (εκδ. Γαβριηλίδης 2010) είναι μια συλλογή διηγημάτων με ιστορίες επιβατών, οι οποίοι στις διαδρομές τους πάνω στη γραμμή «Πύθιο-Σταθμός Λαρίσης» ζουν τα δικά τους πάθη που αποτελούν το πρωταρχικό καύσιμο της ζωής: έρωτας-σεξ-θάνατος. Το δεύτερο βιβλίο μου είναι το μυθιστόρημα Κάτω από τις ίδιες εκδόσεις, το οποίο κυκλοφόρησε λίγο πριν εκπνεύσει το 2011. Σπονδυλωτό βιβλίο, αφηγείται ιστορίες γυναικών –ζώντων και νεκρών- μέσα στο χλωρό παράδεισο ενός νησιού, καταγράφοντας τις επιθυμίες, τα ελλείμματά τους, τον αγώνα τους για επιβίωση. Στο τέλος του βιβλίου, τις μικρές ζωές τους ξεθεμελιώνει μια σαρωτική κρίση που υποχρεώνει όλες τις ηρωίδες να επαναπροσδιορίσουν τη ζωή και τις επιλογές τους.

Πώς βιοπορίζεστε;

Εργάζομαι στο υπουργείο Δικαιοσύνης. Παλαιότερα, εργάστηκα για οκτώ χρόνια σε Τράπεζα.

Η υπό εκπόνηση διατριβή σας αφορά τις εκφάνσεις της ελληνικότητας στη μεταναστευτική λογοτεχνία. Πώς επιλέξατε αυτό το ιδιαίτερα ενδιαφέρον θέμα, τι αφορά, ποια όρια έχετε βάλει στο θέμα σας, σε ποιο σημείο βρίσκεστε;

Σε συνεργασία με την επόπτριά μου, καθηγήτρια στο Α.Π.Θ. Μαίρη Μικέ, αποφασίσαμε να μελετήσω παραδειγματικά τη μεταναστευτική λογοτεχνία ώστε να ιχνηλατήσω τις μεταμορφώσεις της ιδέας της πατρίδας και της ελληνικότητας στα κείμενα ελλήνων που έζησαν στην αλλοδαπή και μεταφέρουν τη μεταναστευτική εμπειρία τους όσο και εκείνων που δημιουργούν στην Ελλάδα, αλλά έχουν θέμα τους μετανάστες. Χρονικά περιορίσαμε το θέμα από τις αρχές του 20ου αιώνα έως τα μέσα της δεκαετίας του ’90. Τα τελευταία χρόνια η μετανάστευση και η ετερότητα ήταν ζητήματα ιδιαίτερα προσφιλή στην έρευνα. Δυστυχώς, μετά τη μελέτη ενός σημαντικού μέρους της μεταναστευτικής λογοτεχνίας, το διδακτορικό μου έμεινε λιγάκι πίσω λόγω της απόκτησης των δύο παιδιών μου.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Νομίζω ότι είναι δύσκολο να απαντήσω για το ποιο είναι το αγαπημένο μου λογοτεχνικό περιοδικό. Έχω ιδιαίτερη σχέση μαζί τους, ειδικά με τα περιοδικά της περιφέρειας, γιατί υπήρξαν εξαιρετικά φιλόξενα και μου διέθεσαν τις σελίδες τους για να δημοσιεύσω τα πρώτα μου διηγήματα. Η , η Εξώπολις της Αλεξανδρούπολης, στα οποία είμαι τακτική συνεργάτης, είναι αυτά που νιώθω πιο κοντινά μου. Αλλά και τα περιοδικά της Θεσσαλονίκης Εντευκτήριο –ο Γ. Κορδομενίδης εκδίδει ένα υψηλών προδιαγραφών περιοδικό- και Ένεκεν, το πάντα έγκυρο και πρωτοπόρο Πλανόδιον και το εξαιρετικό Εμβόλιμον είναι από τα περιοδικά που δεν θα μπορούσα να μην αναφέρω.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;

Τον Μάριο Χάκκα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;
Παρίσι-Τέξας Βιμ Βέντερς
Παρακολουθώ και θέατρο και σινεμά. Θα αναφέρω εδώ κάποιους αγαπημένους δημιουργούς: ο «Δεκάλογος» του Κισλόφσκι (ειδικά η «Μικρή ιστορία για ένα φόνο» και η «Μικρή ερωτική ιστορία»), όλες οι ταινίες του Ταρκόφσκι –παράλληλα με την ανάγνωση των «Σμιλεύοντας το χρόνο» και «Μαρτυρολόγιο»-, ο ιταλικός νεορεαλισμός (Ροσσελίνι, Ντε Σίκα), ο Φελίνι, ο Μπέργκμαν, ο Ακίρα Κουροσάβα, ο Βέντερς μέχρι και την ταινία «Τα φτερά του έρωτα», οι αδερφοί Ταβιάνι, ο Νικίτα Μιχάλκοφ, ο Φρανσουά Τριφό, οι παλιότερες του Γούντι Άλεν μέχρι και την ταινία «Η Χάνα και οι αδερφές της», ο Στίβεν Φρίαρς, ο Γκας βαν Σαντ, ο Αρονόφκσι, ο Ιναρίτου, ο Λαρς φον Τρίερ. Από τα μαθητικά μου χρόνια παρακολουθούσα με προσήλωση τις ταινίες του Γκοντάρ και του Φελίνι στην κρατική τηλεόραση και ως φοιτήτρια υπήρξα φανατική σινεφίλ. Απωθημένο μου εξακολουθεί να είναι η σκηνοθεσία, ενώ είχα και μια σύντομη θητεία στην «Πειραματική Σκηνή της Τέχνης» ως βοηθός σκηνοθέτη. Όποτε κατεβαίνω στην Αθήνα συνήθως παρακολουθώ τις παραστάσεις του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου», του «Επί Κολωνώ» και του «Θεάτρου οδού Κεφαλληνίας».

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Αυτή την περίοδο δοκιμάζω τις δυνάμεις και τις αντοχές μου στην ποίηση. Είμαι σε μια διαδικασία μαθητείας.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Προσπαθώ να επιστρέψω στα καθαρά επιστημονικά μου διαβάσματα που αφορούν στην εθνική ταυτότητα. Τώρα μελετώ το βιβλίο του Στάθη Γουργουρή «Έθνος-όνειρο».

Τι γράφετε τώρα;

Μια σειρά διηγημάτων με κοινό θεματικό άξονα την τρίτη ηλικία. Ήδη ένα διήγημα εξ αυτών θα αναρτηθεί στο one story, τη σελίδα που επιμελείται ο Γιάννης Φαρσάρης (http://www.onestory.gr/).

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Όλες οι ερωτήσεις σας ήταν εξαιρετικές!

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Από το 2007 διατηρώ ένα λογοτεχνικό μπλογκ, το οποίο υπήρξε και η αιτία για να ασχοληθώ συστηματικότερα με τη γραφή. Σήμερα πλέον υπολειτουργεί ελλείψει χρόνου, ωστόσο είναι πάντοτε μια καλή εξάσκηση για τη σύντομη φόρμα που με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Για τα δυο μου βιβλία άνοιξα ισάριθμα μπλογκ, τα οποία ενημερώνω με εκδηλώσεις, κριτικές, αλλά και αποσπάσματα. Πρόσφατα άνοιξα κι ένα λογαριασμό στο facebook.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Η λογοτεχνία αιχμαλωτίζει κάτι από την αιώνια νιότη της στιγμής. Ήδη εμείς που μετέχουμε στο θαύμα της, δεν κερδίζουμε μια κάποια αθανασία; Αυτό μου είναι αρκετό.

Βιβλιοκαφέ: “Στο τρένο” της Δώρας Κασκάλη

Πολλές φορές χαζεύω τους ανθρώπους στο πλοίο ή ακόμα περισσότερο στα αεροδρόμια και φαντάζομαι ιστορίες, που, αν ήμουν συγγραφέας, θα τις επανέθετα στο χαρτί. Ειδικά στον κοσμοπολιτισμό των αεροδρομίων όπου περνούν πλείστοι όσοι Έλληνες και ξένοι, με τα μπαγκάζια-τους και τους συνοδούς-τους, η φαντασία οργιάζει για τον σκοπό του ταξιδιού-τους, τις μεταξύ-τους σχέσεις, τις πίκρες που κουβαλάνε μαζί-τους…

Εσπρεσσάκι:
Δώρα Κασκάλη
“Στο τρένο”
εκδόσεις Γαβριηλίδης
2010
            Η νεαρή συγγραφέας συστήνει μια οκτάδα διηγημάτων, που θα τα χαρακτηρίζαμε ομόθεμα, αφού όλα εκτυλίσσονται στο τρένο, και έτσι η συλλογή αποκτά έναν κεντρικό άξονα που συνέχει τις επιμέρους ιστορίες. Οι αφηγήσεις αφορούν σε ανθρώπους που ταξιδεύουν στο βαγόνι του συρμού-τους και κάθε ταξίδι συνδέεται με μια ζωή την οποία κρύβει πίσω-του. Καταγράφω εν συντομία το περίγραμμα των υποθέσεων:
1)        Ένας παντρεμένος μπλεγμένος σε περίπτωση απιστίας, 2) μια trophy γκόμενα φλερτάρεται από έναν άγνωστο, αλλά μέχρι εκεί…, 3) ένας ηλικιωμένος σκέφτεται τα ενήλικα παιδιά-του, 4) πρώην πόρνη, που πλέον έχει παντρευτεί στο χωριό, θυμάται τις «δουλειές» που έκανε στο τρένο, 5) ένας metrosexual διανοούμενος που φαίνεται στους συστρατιώτες-του ομοφυλόφιλος προσπαθεί να αποτινάξει την κατηγορία, 6) πολυεστιακή αφήγηση από τα μέλη μιας οικογένειας που ταξιδεύουν μαζί αλλά ουσιαστικά ζουν πολυφωνικά την ατομικότητά-τους, 7) ένας ηλικιωμένος χωρικός ξαναβλέπει τη ζωή-του και 8) απολογισμός.
Τι συγκρατεί κανείς από αυτά τα δειλά, θα έλεγα, διηγήματα; Αφενός γλώσσα και σκηνοθεσία, χωρίς να είναι έντονες και αιχμηρές, στήνουν την ατμόσφαιρα με ήπιους αλλά συνάμα και γλαφυρούς τόνους. Είμαστε κι εμείς στο τρένο και παρακολουθούμε από μια άκρη τον πρωταγωνιστή, ενώ πολλές φορές βρισκόμαστε ταυτόχρονα και μέσα στην ψυχή-του παρακολουθώντας τον εσωτερικό-του μονόλογο.
Μια έντονη εντύπωση τότε διαπερνά τον αναγνώστη (κι αυτό είναι το δεύτερο που κρατά κανείς), μια εντύπωση ότι οι επιβάτες ταξιδεύουν μόνοι, ακόμα κι αν συνοδεύονται, αφού ο κόσμος-τους λίγο εφάπτεται με αυτόν των γύρω-τους. Γενικεύοντάς-το θα έλεγα ότι κάθε πρόσωπο κουβαλά τη ζωή-του η οποία, ενώ διασταυρώνεται με πλείστα άτομα, αυτή στην ουσία είναι μοναχική, κλειστή, συναισθηματικά αδιέξοδη. Η σύγχρονη κοινωνία είναι μια μοναχική πορεία με τρένο από ένα παρελθόν που συνεχώς βοά σε ένα μέλλον που δεν ξέρει κανείς πώς θα εξελιχθεί. Οι συναντήσεις με άλλους είναι μια σύντομη παρένθεση, όσο διαρκεί το ταξίδι, που δεν αλλάζει ριζικά το δρομολόγιο ή τη ζωή-μας.
Εκτός από το 4ο διήγημα που το χάρηκα, η κορύφωση ήλθε στο τελευταίο, όπου μιλά το ίδιο το τρένο. Με μια λυρική-ποιητική εξιστόρηση κάνει τον απολογισμό της ζωής-του, θυμάται και νοσταλγεί, αποκαλύπτει ιδιαίτερες περιπτώσεις επιβατών αλλά και εργαζομένων, αναπολεί πως ήταν καταφύγιο και φευγιό, φυλακή αλλά και ανάσα, μέσο για να πάει η γυναίκα εκείνη στον έρωτά-της (η συγγραφέας;)… Είδα σ’ αυτό το τελευταίο το γιατί το τρένο μπορεί να είναι πεδίο σκέψεων και παρατήρησης των άλλων, γιατί καθένας όπως και η ίδια έχει μια ιστορία στην οποία πηγαίνει ή από την οποία δραπετεύει. Το βιβλίο έκλεισε συγκινητικά…
Θα ήθελα πιο πολλή ένταση. Πιο πολύ τσαγανό σε ό,τι είδα μέσα στο «Τρένο». Πολλές ιστορίες δεν τις θυμάμαι καν. Άλλες μου άφησαν μια γεύση απαλή που δεν κράτησε. Αλλά όλα αυτά είχαν ένα ρομαντικό τέλος που ένιωσα ότι γνώρισα λίγο καλύτερα την άγνωστη Δώρα που μου έστειλε το βιβλιαράκι-της. Την ευχαριστώ.
Πατριάρχης Φώτιος
Από το βιβλιοφιλικό μπλογκ “Βιβλιοκαφέ” του Πατριάρχη Φώτιου. Το link εδώ:
 http://vivliocafe.blogspot.gr/2011/05/blog-post_15.html

Κριτική παρουσίαση: “Το ιστολόγιο του Θαλή”

«Στο τρένο» – Δώρα Κασκάλη

Πόσοι από εμάς, κατά τη διάρκεια ενός πολύωρου ταξιδιού, καταφέρνουμε να τιθασεύσουμε τον νου μας, να τον καλουπώσουμε και να τον αποτρέψουμε από το να χοροπηδήσει εδώ κι εκεί, σε διάφορα σημεία-σταθμούς της ζωής μας; Πόσοι από εμάς δεν ξεκινάμε –με αφορμή έναν παράξενο συνεπιβάτη, ένα τηλέφωνο που κουδουνίζει αστεία ή ένα παιδάκι που γκρινιάζει στη μαμά του– μια δαιδαλώδη ακολουθία σκέψεων, έχοντας τελικά καταλήξει να διατρέξουμε ένα μεγάλο μέρος των πεπραγμένων μας;
Στην πολύ καλή αυτή συλλογή των οκτώ –αρκετά μελαγχολικών– διηγημάτων, παρεισφρέουμε στα ενδότερα του μυαλού πέντε μελών μιας οικογένειας, ενός άπιστου συζύγου, ενός ευαίσθητου τριαντάχρονου φαντάρου, μιας φοιτήτριας, μιας πρώην ιερόδουλης, ενός βασανισμένου νέου που ακούει την ιστορία της ζωής ενός ηλικιωμένου, ενός χήρου, ενώ τέλος, το τρένο (του οποίου η ώρα της απόσυρσης πλησιάζει) κάνει τον απολογισμό του.
«Κι αν δεν γνώρισα ανθρώπους! Ο καθένας μια ιστορία, ο καθένας με τα σουσούμια του και τον καημό του. Πόσες ζωές δεν αφουγκράστηκα μέσα στον ανασασμό που νότισε τα σπλάχνα μου. Το δέρμα τους που με ψαχούλεψε, μου είπε τα μυστικά τους. […] Κι ας θρονιάζονταν οι άνθρωποι σιωπηλοί, εγώ είχα τον τρόπο να τρυπώνω στις κλειστές καρδιές τους και να βιάζω τα σκουριασμένα μάνταλα». (σελ. 159)
Μου άρεσε πολύ ο τρόπος με τον οποίο η Κασκάλη ξεδιπλώνει το κουβάρι των σκέψεων των ηρώων· λιτά κι ελλειπτικά, ακολουθεί ρεαλιστικά τους διαδρόμους του μυαλού, σπέρνει με φειδώ πληροφορίες (μονάχα τις απαραίτητες και τίποτα περισσότερο), δεν εκβιάζει το συναίσθημα αλλά είναι οι ίδιοι οι ήρωες που σου κερδίζουν το συναίσθημα· ήρωες καθημερινοί, άνθρωποι της διπλανής πόρτας, που βαρύνονται από προβλήματα καθημερινά και που μέσω μιας ειλικρινούς συζήτησης με τον εαυτό τους προσπαθούν να τα διαχειριστούν καλύτερα.
Μοναδική μου ένσταση είναι ότι δεν αποτυπώθηκε τόσο αποτελεσματικά η αίσθηση του τρένου μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Δεν άκουσα τον ήχο που κάνει κυλώντας στις ράγες, δεν άκουσα τα σφυρίγματά του και τον όχλο που μπαινοβγαίνει, δεν αισθάνθηκα την ταχύτητα στις πεδιάδες και το ζόρισμα στα βουνά· κάλλιστα οι ιστορίες αυτές θα μπορούσαν να εκτυλίσσονται σε ένα ταξίδι με το ΚΤΕΛ ή το πλοίο.

Πηγή: http://thalis-istologio.blogspot.gr/2014/01/sto-treno-dora-kaskali.html

Περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 43, βιβλιοκριτική

Μια γυναίκα ζητά από το τρένο να αφηγηθεί τις ιστορίες του. Έτσι φτιάχνει ένα βιβλίο -θα ακολουθήσουν και άλλα;- όπου τα κεφάλαια-διηγήματα έχουν για τίτλους τον αριθμό της θέσης που κάθεται ο ήρωας και το βαγόνι μέσα στο οποίο ταξιδεύει. Οι ήρωες αυτοί είναι διαφορετικές περιπτώσεις μεταξύ τους, έχουν το κοινό όμως ότι ταξιδεύουν με το ίδιο τρένο και στη διαδρομή Αθήνα-Θεσσαλονίκη.

Ο παντρεμένος άντρας που βολεύεται στη θέση 4, βαγόνι 2 κάνει απολογισμό για μια ερωτική σχέση που μόλις τέλειωσε. Στη θέση 19, βαγόνι 5, παρατηρούμε μια φοιτήτρια  που συντηρείται από ένα πλούσιο ώριμο παντρεμένο άντρα, να νιώθει τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα για το συνομήλικο συνταξιδιώτη της. Ο συνταξιούχος οικοδόμος, που πηγαίνει να επισκεφθεί τα παιδιά του και έχει αποσυρθεί στο χωριό μαζί με μια συνομήλική του σύντροφο μετά το θάνατο της γυναίκας του, ταξιδεύει στη θέση 25, βαγόνι 1, ενώ η παντρεμένη παχουλή γυναίκα που ήρθε στην Αθήνα για να επισκεφθεί τη φίλη της, ξορκίζει τις παλιές μνήμες για τη ζωή του πληρωμένου έρωτα από όπου την έβγαλε ο άντρας που τώρα τιμά και σέβεται, κάθεται στη θέση 38, βαγόνι 2.

Ακόμη μαθαίνουμε για το νεαρό συγγραφέα διανοητή, που υπηρετεί τη θητεία του στη μακρινή Ορεστιάδα και αναλογίζεται τη δύσκολη γι’ αυτόν ζωή ανάμεσα στους φαντάρους και το μικρόνοο κλίμα του στρατοπέδου (Θέση 33, βαγόνι4). Στις θέσεις 34, 36 ,38, 40, 42, βαγόνι 5 κάθονται ο παππούς, η γιαγιά, η μαμά και ο μικρός Αλέξης που παρουσιάζουν ένα κομμάτι της οικογενειακής τους υπόθεσης ο καθένας από τη δική του οπτική. Επίσης, παρακολουθούμε δυο ακόμη άντρες -ο ένας νεαρός, ο άλλος ηλικιωμένος, Θέσεις 15-17, βαγόνι 5 που συζητούν. Ο γέρος δυνατά, ο νέος με εσωτερικό μονόλογο. η ζωή και το κουράγιο του ηλικιωμένου στο τέλος του διηγήματος εμψυχώνει τον απογοητευμένο νέο.

Άλλοι ξεκίνησαν από την Αθήνα και βολεύονται στις θέσεις τους. Άλλοι μπαίνουν στο δρόμο. Μαθαίνουμε πληροφορίες για τη ζωή τους, ο καθένας παρουσιάζει ένα κομμάτι από την ιστορία του και το τρένο προχωράει. Στο τέλος μιλάει και το ίδιο το τρένο: “[…] την κατάλαβα κι ας είχαν περάσει αρκετά χρόνια. και πρόσεξα που κρατούσε στα χέρια της ένα μεγάλο τετράδιο. Και πιο πολύ πρόσεξα τα μάτια της που διάβαζαν την αλφαβήτα των διαδρομών μας, τους καημούς των ανθρώπων την ώρα της αναμονής. Είδα το βλέμμα της που πάσχιζε ν’ ανοίξει κουβέντα με τα νέα τρένα, που ζητούσε επίμονα να της αφηγηθούν τις ιστορίες τους. Και έτσι αποχωρώ ησυχασμένο. Κι αν χάθηκαν τα δικά μου παραμύθια, θα υπάρξουν άλλα (συρμός 27) [σελ. 168].

Η γραφή της Δώρας Κασκάλη είναι ώριμη και η ματιά της καθαρή. Οι ήρωες ρεαλιστικοί ζούνε στην Ελλάδα του σήμερα και προέρχονται κυρίως από την περιφέρεια, όχι από την Αθήνα. Χωρίς εξάρσεις, η αφήγηση είναι συνεπής προς το όχημα, το οποίο επιλέγει η συγγραφέας για να την ενεργοποιήσει. Στο τρένο βρίσκει ο ταξιδιώτης το χρόνο να κάνει την εσωτερική του περιήγηση και να καταστρώσει τα σχέδιά του. Καθώς το τοπίο αλλάζει αργά-αργά, ο ταξιδιώτης προλαβαίνει να προσαρμοστεί στις αλλαγές και να προετοιμάσει τις δικές του.

Εκδοχές ενός ταξιδιού, Μ. Θεοδοσοπούλου (H Εποχή)

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

Δώρα Κασκάλη
«Στο τρένο»
Εκδόσεις Γαβριηλίδης
Αθήνα, 2010

Τα διηγήματα μιας συλλογής μπορεί να είναι σκόρπια παιδιά της έμπνευσης, μπορεί, όμως, και να έχουν κάποιους δεσμούς αναμεταξύ τους. Αυτοί, πάλι, μπορεί να είναι δεσμοί αίματος, όπως θα χαρακτηρίζονταν οι θεματικές συγγένειες. Μπορεί, όμως, να είναι και δεσμοί εξ αγχιστείας, που σημαίνει χαλαρότεροι και πιθανώς, ότι προέκυψαν από την ανάγκη συστέγασης των διηγημάτων σε μια συλλογή. Έτσι θα χαρακτηρίζαμε τους δεσμούς τόπου ή και χρόνου, αφού, σε κάποιες περιπτώσεις, μπορεί ο συγγραφέας να παραλλάξει, εκ των υστέρων, αυτά τα στοιχεία στα διηγήματα, ώστε να τα κάνει ομοειδή. Στο πρώτο της βιβλίο, η Δώρα Κασκάλη συγκεντρώνει οκτώ διηγήματα, με συνδετικό κρίκο τον τόπο, στον οποίο διαδραματίζονται. Μόνο που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο τόπος συνιστά μέρος του θέματος και συνεπώς, θα ήταν αδύνατο να διαφοροποιηθεί.
Όπως δηλώνει και ο τίτλος του βιβλίου, στα επτά από τα οκτώ διηγήματα, οι ήρωες ταξιδεύουν με τρένο. Μάλιστα, ο αριθμός της θέσης τους μαζί με τον αριθμό του βαγονιού αποτελούν τον τίτλο του κάθε διηγήματος. Πρόκειται για τα συνολικά πέντε βαγόνια μιας αμαξοστοιχίας, του «Συρμού 27», όπως είναι ο τίτλος του καταληκτικού διηγήματος. Αυτό το τελευταίο διήγημα έχει τη μορφή μονολόγου. Πρόκειται για τον μονόλογο του ίδιου του συρμού, όταν αυτός εγκαταλείπει τον κεντρικό σταθμό και οδεύει προς βορρά, όπως έχει κάνει άπειρες φορές στον μακρόχρονο βίο του. Το εικάζουμε ότι υπήρξε μακρόχρονος, μια και πρόκειται για τον συρμό «Αριστοτέλης», της γραμμής Αθήνα-Θεσσαλονίκη, που φημίζεται για την παλαιότητα των τρένων της. Όπως και να έχει, αυτή είναι η τελευταία φορά, καθώς πηγαίνει για απόσυρση.
Για το τρένο, ως θέμα ή και απλώς ως σκηνικό, έχουν γραφεί ουκ ολίγα διηγήματα, καθώς και μυθιστορήματα. Θεματική, πάντως, ανθολογία, όσο γνωρίζουμε, δεν υπάρχει. Μόνο μια με διηγήματα ισπανών, αργεντίνων και μαξικάνων συγγραφέων, είχε κυκλοφορήσει προ ετών, με τίτλο, «Σιδηροδρομικώς». Προσφάτως, για να εορτασθούν τα δεκάχρονα του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών, προκηρύχθηκε διαγωνισμός διηγήματος με θέμα «Ταξίδι στον Αέρα». Κανονικά, θα έπρεπε να είχε προηγηθεί διαγωνισμός διηγήματος για το τρένο, δεδομένου ότι οι ελληνικοί σιδηρόδρομοι, που κρατούν από την εποχή του Χαρίλαου Τρικούπη, έχουν προ πολλού συμπληρώσει την εκατονταετηρίδα τους. Δεν γνωρίζουμε, πάντως, άλλο συγγραφέα στα καθ’ ημάς, που να έγραψε σειρά διηγημάτων με θέμα το τρένο.
Η Κασκάλη προτιμά την αφήγηση στο τρίτο πρόσωπο, ανεξάρτητα αν οι ιστορίες της παρακολουθούν την οπτική ενός μόνο προσώπου. Εκτός από δυο διηγήματα, που, στον τίτλο τους, έχουν περισσότερες της μιας θέσεις, οπότε και η αφήγηση παρακολουθεί ισάριθμα πρόσωπα. Σε κάθε ιστορία, ο ταξιδιώτης αλλάζει φύλλο, ηλικία και επάγγελμα. Έτσι δημιουργείται η εντύπωση μιας επιλεκτικής περιπτωσιολογίας, που φαίνεται να γίνεται σε μια προσπάθεια εμβάθυνσης στην ψυχοσύνθεση των ταξιδιωτών, καθώς και στις νοοτροπίες διαφορετικών ηλικιών και κοινωνικών τάξεων. Στο πρώτο διήγημα, ο ταξιδιώτης είναι ένας ιδιωτικός υπάλληλος, που η εταιρεία του, με έδρα τη Θεσσαλονίκη, τον στέλνει στην Αθήνα για εκπαιδευτικό σεμινάριο. Είναι δέκα χρόνια παντρεμένος και έχει περισσότερα του ενός τέκνα. Αυτό, ωστόσο, δεν τον εμποδίζει να κυνηγά τις ερωτικές περιπέτειες. Σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, αναπολεί μια παλαιότερη σχέση του. Ήταν μια γυναίκα, χωρίς αναστολές, που ζούσε μόνη της. Η σχέση τους διακόπηκε ξαφνικά, με πρωτοβουλία εκείνης. Η συναισθηματική εμπλοκή και των δυο, την οποία δεν ήθελαν να παραδεχτούν, την κατέστησε αδύνατη. Το διήγημα σκιαγραφεί τον γνώριμο τύπο του άντρα, που έχει μεγάλη ιδέα για τη γοητεία και τον ανδρισμό του.
Στο δεύτερο, μια φοιτήτρια θέλγεται από νεαρό συνταξιδιώτη της. Τα αισθήματα δείχνουν αμοιβαία. Μόνο που εκείνη έχει στη Θεσσαλονίκη έναν ηλικιωμένο εραστή, που την συντηρεί, ενώ εκείνον τον περιμένει ο μόνιμος δεσμός του στην Αθήνα. Τελικά, δεν τολμούν ούτε να συστηθούν, πόσω μάλλον να ανταλλάξουν τηλέφωνα. Η κοπέλα, ωστόσο, ελπίζει σε μια μελλοντική συνάντησή τους, όταν αδέσμευτοι θα βρεθούν εκτός Ελλάδος. Αυτή η ρομαντική της διάθεση δεν πολυταιριάζει με το πρακτικό πνεύμα, που αντικατοπτρίζουν οι σκέψεις της.
Στο τρίτο διήγημα, περιγράφεται μια συγκυρία δραματικών καταστάσεων με κεντρικό πρόσωπο έναν συνταξιούχο, που ταξιδεύει στην Αθήνα για να δει τα δυο παντρεμένα παιδιά του. Ο ίδιος, μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς στις οικοδομές, έχει εγκατασταθεί στο χωριό του, κοντά στη Βέροια, και έχει ξαναπαντρευτεί, αφού έχασε νωρίς από καρκίνο τη γυναίκα του. Στο επόμενο διήγημα, το ταξίδι είναι ταξίδι επιστροφής μιας γυναίκας στον άντρα και το παιδί της. Στην Αθήνα είχε έρθει για να επισκεφτεί μια φίλη της, παλιά συνάδελφο στο αθηναϊκό “καλό σπίτι”, όπου δούλευε, πριν την αποκαταστήσει ένας χτίστης από βορειοελλαδίτικο χωριό. Την έβγαλε από το βούρκο, θα έγραφε ένας παλαιότερος μυθιστοριογράφος.
Στο πέμπτο διήγημα, ανατέμνεται το πρόβλημα της ομοφυλοφιλίας στον κλοιό στρατώνα και οικογένειας. Ένας φαντάρος, στην πρώτη του έξοδο, επιστρέφει στο πατρικό του στην Αθήνα. Με σπουδές στο εξωτερικό, ήδη τριαντάρης, βρέθηκε παραδόξως να υπηρετεί στον Έβρο. Έχει ζήσει ένα δυνατό δεσμό με φίλο του στη Γερμανία. Ακαταστάλακτος, όμως, σκέφτεται σοβαρά τον μόνιμο δεσμό με γυναίκα. Ακολουθεί το διήγημα, που έχει ως τίτλο πολλές θέσεις, όπου παρατίθενται τα προβλήματα μιας οικογένειας λόγω ενός διαζυγίου, κατά το ενός κακού μύρια έπονται. Τη συλλογή κλείνει το διήγημα, με τίτλο δυο θέσεις, στο οποίο ένας ηλικιωμένος από χωριό μονολογεί, ενώ ο νεαρός συνταξιδιώτης του σκέπτεται, τις δικές του δυσκολίες, επαγγελματικές και οικογενειακές. Επιμύθιο, ο καθείς και τα βάσανά του. Αυτό είναι το ευρύ φάσμα ηρώων και προβληματισμών, που καθορίζει ως ένα βαθμό το αποτέλεσμα.
Το πρώτο βιβλίο της Κασκάλη δείχνει την αφηγηματική της άνεση. Λιγότερο ικανοποιητικές δείχνουν οι ψυχογραφήσεις, που αποπειράται. Από μια άποψη, αναμενόμενο, αφού ξανοίγεται σε τόσες διαφορετικές περιπτώσεις. Στις πιο ανοίκειες προς αυτήν, σχηματοποιεί, καταλήγοντας να στρογγυλεύει τους χαρακτήρες. Τα πάθη, όμως, δεν επιδέχονται παρόμοιες ταχτοποιήσεις. Γιατί άλλα τα υλικά της πεζογραφίας κι άλλα μιας κοινωνιολογικής μελέτης. Για παράδειγμα, το διήγημα, που δημοσιεύει στο πρόσφατο τεύχος του «Εντευκτηρίου», δείχνει σαν αφηγηματική εφαρμογή της διδακτορικής της γύρω από τις εκφάνσεις της ελληνικότητας στη μεταναστευτική λογοτεχνία.

Μ. Θεοδοσοπούλου

Λογοτεχνικά Βραβεία ΔΙΑΒΑΖΩ 2011, 9 πρωτοεμφανιζόμενοι για ένα βραβείο, του Δημήτρη Μαστρογιαννίτη (Athens Voice τχ 346/11-5-2011)

Για 15η χρονιά το περιοδικό «Διαβάζω» θα απονείμει τα Λογοτεχνικά Βραβεία ΔΙΑΒΑΖΩ. Το να συμπεριληφθεί το όνομα ενός συγγραφέα/ποιητή στη λίστα για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου είναι ένα δείγμα «αναγνώρισης» και προτροπής για συνέχεια. Η A.V., χορηγός επικοινωνίας, έκανε μια ερώτηση στους 9 υποψηφίους για τη συγκεκριμένη κατηγορία: αν και υποψήφιοι για ένα σημαντικό βραβείο, πιστεύετε πως έχει δίκιο ο Ρενουάρ όταν έλεγε: «Ο μοναδικός έπαινος που πρέπει να κάνουν σε έναν καλλιτέχνη, είναι να αγοράζουν τα έργα του»;

Άννα Αφεντουλίδου
Ελλείπον σημείο, εκδ. Πανδώρα (ποίηση)
«Το θέμα δεν είναι να επαινούν τον Καλλιτέχνη, αλλά να επιτρέπουν στο Έργο του να ζει και ν’ ανασαίνει μέσω του Άλλου… η εναγώνια αναζήτηση του οποίου αποτελεί μιαν από τις ύστατες κοινωνικές του πράξεις».

Μιχάλης Γεννάρης
Πρίγκιπες και δολοφόνοι, εκδ. Ίνδικτος (μυθιστόρημα)
«Τους πίνακες που ζωγραφίζω, φροντίζω και τους χαρίζω σε φίλους. Πάτρωνες και Ευγενικοί Χορηγοί των μυθιστορηματικών μου καθεδρικών, είναι οι φιλάνθρωποι, φιλαναγνώστες Γεννήτορές μου».

Στέργια Κάββαλου
Αλτσχάιμερ Trance, εκδ. Τετράγωνο (διήγημα)
«Δεν υπάρχουν μοναδικοί έπαινοι, δεν υπάρχουν μοναδικοί τρόποι. Πατώντας, όμως, στη φράση του Ρενουάρ θα έλεγα πως “ο πιο αυθεντικός έπαινος που μπορούν να κάνουν σε έναν καλλιτέχνη είναι να μοιραστούν το έργο του”. Από καρδιά σε καρδιά, από χέρι σε χέρι».

Λένα Καλλέργη
Κήποι στην άμμο, εκδ. Γαβριηλίδης (ποίηση)
«Δεν νομίζω ότι υπάρχει μοναδικός έπαινος ούτε μοναδικός τρόπος ανταμοιβής για τους καλλιτέχνες. Είναι σημαντικό να αναγνωρίζονται και να αμείβονται, όπως πολύ σημαντικό είναι να νιώθουν καλά οι ίδιοι με το έργο τους και τη γνησιότητά του, ανεξάρτητα από την υποδοχή που μπορεί να έχει».

Δώρα Κασκάλη
Στο τρένο, εκδ. Γαβριηλίδης (διήγημα)
«Η επικοινωνία με τους αναγνώστες είναι ο βασικός στόχος ενός πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα που αποφασίζει να δημοσιοποιήσει το έργο του. Ωστόσο, είναι σπουδαία εργαλεία για να καταστήσει γνωστή τη δική του φωνή, τόσο η κριτική υποδοχή όσο και η όποια επιβράβευσή του».  
Μάρτυ Λάμπρου
Κόπιτσες, εκδ. Οσελότος (διήγημα)
«Οι άνθρωποι αγοράζουν επενδύοντας, όπως και οι καλλιτέχνες, για την ψυχή τους. Και εγώ, Πιερ Ωγκίστ, ειμί πτωχή και πένης και μ’ ένα σακίδιο στους ώμους, όμως ο Μιχαήλ Μπαχτίν είχε πει: “Ο καλλιτέχνης γράφει για τις επόμενες γενιές”».

Ανέστης Μελιδώνης
Αστέρια από χαρτί, εκδ. Γαβριηλίδης (ποίηση)
«Ο Ρενουάρ –γιος φτωχής οικογένεια– εκτιμούσε την οικονομική πλευρά που θα του επέτρεπε να αφοσιωθεί στο έργο του. Αν λοιπόν υπάρχει έπαινος αυτός είναι η έμπρακτη αναγνώριση, αφού η περαιτέρω κατανόηση φαντάζει αδύνατη για έναν καλλιτέχνη βυθισμένο στο έργο του».

Βάσω Νικολοπούλου
Βασιλική, εκδ. Πόλις (νουβέλα)
«Για μένα είναι σημαντικός ο έπαινος, ιδίως ο έπαινος από ανθρώπους που επικοινώνησαν με το βιβλίο μου. Μου φαίνεται σπουδαίο να μαθαίνω ότι κάποιος “είδε” ό,τι βλέπω, “άκουσε” ό,τι λέω, “ένιωσε” όσα γράφω. Κι ας το δανείστηκε το βιβλίο…»

Θοδωρής Ρακόπουλος
Φαγιούμ, εκδ. Μανδραγόρας (ποίηση)
«Η αγορά συνεπάγεται χρηματική διαμεσολάβηση. Η ποίηση όμως είναι τράπεζα αίματος, και το βιβλίο δωρεά ανώνυμου δότη. Ο έπαινος είναι σαν όμορφο αντίδωρο, καταρχήν αφού ο αναγνώστης/κριτικός έχει ανατρέξει τη λεπτή κόκκινη γραμμή, από το ποιητικό DNA, πίσω στον ανώνυμο».