Προσωπική αλληλογραφία

sto treno

Τέσσερα χρόνια από την έκδοση της πρώτης συλλογής διηγημάτων μου “Στο τρένο”, αποφάσισα να φέρω στο φως την ιδιωτική αλληλογραφία-ανταπόκριση σπουδαίων λογοτεχνών, των οποίων το έργο αγάπησα και ενδεχομένως να με επηρέασε στη δική μου συγγραφική πορεία. Αυτό το πρώτο θετικό νεύμα από τους σπουδαίους των γραμμάτων ήταν μεγάλη παρηγοριά για μένα. Με έπεισε ότι η έκθεσή μου στο φως δεν ήταν χωρίς νόημα. Αντιγράφω εδώ τα σύντομα γράμματά τους -πάντα το χαρτί αφήνει μια ιδιαίτερη συγκίνηση, γιατί διασώζει εκτός από το πνεύμα και το (γραφικό) χαρακτήρα του γράφοντος. Τους ευχαριστώ γιατί με τίμησαν με την ανάγνωση του πρώτου μου βιβλίου. Όπως ευχαριστώ και όλους τους ανθρώπους από το χώρο του βιβλίου που με φιλοδώρησαν με το αναγνωστικό τους βλέμμα σε εφημερίδες, περιοδικά και μπλογκ. Όλα αυτά τα κρατώ ως την πιο ακριβή περιουσία, μαζί με την προσωπική επαφή που απέκτησα με κάποιους από τους αναγνώστες του βιβλίου μου.

1) Θεσσαλονίκη, 9-6-010

Αγαπητή Δώρα Κασκάλη,

Έλαβα το βιβλίο με τα διηγήματά σας “Στο τρένο” και σας ευχαριστώ που μου τα στείλατε. Μου άρεσε το αφηγηματικό υλικό από τα σύγχρονα ήθη που έχουν καθώς και η ροή του λόγου.

Να είστε καλά

Με εκτίμηση

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου (γράμμα)

2) 15-6-2010

Ευχαριστώ για τα διηγήματα της συλλογής “Στο τρένο”, όπου υπάρχει προσωπική οπτική γωνία, ποικίλη θεματολογία και ρεαλιστική αφήγηση.

Εγκάρδια

Κώστας Στεργιόπουλος (καρτ βιζίτ)

3)Αγαπητή Δώρα

Διάβασα με ενδιαφέρον τα διηγήματά σας. Έχετε την ικανότητα να πλάθετε ζωντανά πρόσωπα, πράγμα που είναι σημαντικότατο. Νομίζω ότι  πρέπει τώρα να δοκιμάσετε τις δυνάμεις σας στο μυθιστόρημα -άλλωστε το τρένο σύμβολο του μυθιστορήματος δεν είναι; Μια συμβουλή μόνο: όταν αρχίσετε να μην βιαστείτε ποτέ να τελειώσετε, να μην σκέπτεστε ποτέ το τέλος.

Πολύ φιλικά

Βασίλης Αλεξάκης (γράμμα)

4) Αθήνα, 4-6-010

Κυρία Κασκάλη,

σας ευχαριστώ πολύ που μου εμπιστευτήκατε το  βιβλίο σας. Σας συγχαίρω. Η γραφή σας συμπυκνώνει την ευαισθησία σας. Ακουμπάτε ταυτοχρόνως στη γη. Θα έχετε καλή εξέλιξη νομίζω. Θα την παρακολουθώ με ενδιαφέρον.

Με κάθε εκτίμηση

Γιώργος Βέης (κάρτα)

5) Θέλω να σας γράψω καθυστερημένα για τις θέσεις που κλείσατε στα διάφορα βαγόνια της παλιάς αμαξοστοιχίας με την οποία με ταξιδέψατε σε διάφορους σταθμούς της άχαρης ζωής, τα μικρά δράματα των ανθρώπων που μετακινούνται και στην κωμωδία που αναπόφευκτα τους συνοδεύουν. Βρίσκω τα διηγήματά σας καλά και για πρώτο βιβλίο, άξια. Παρόλο που το εύρημα είναι ωραίο με τις θέσεις και τα βαγόνια ως τίτλοι των διηγημάτων, ωστόσο τους στερεί από μια ταυτότητα τίτλων με τους οποίους θα μπορούμε να τα ονοματίσουμε και να τα θυμόμαστε. Βέβαια, θα μου πείτε, τα διηγήματά σας μπορούν κάλλιστα να λειτουργούν και ως κεφάλαια ενός μυθιστορήματος. Ας είναι. Σας ευχαριστώ πάντως που σκεφτήκατε να μου τα στείλετε και εύχομαι να προχωρήσετε σε αυτό το σκληρό και απαιτητικό είδος, που είναι η πεζογραφία, μα που όταν πετυχαίνει επιφυλάσσει μεγάλη ικανοποίηση σ’ αυτόν που την γράφει αλλά βέβαια και σ’ αυτόν τον άγνωστο και μυστηριώδη αναγνώστη.

Σας χαιρετώ

Μένης Κουμανταρέας

Αθήνα 28-10-2010 (γράμμα)

6) Αθήνα, 3-6-2010

Αγαπητή κυρία Κασκάλη

Ευχάριστα, συγκινημένα και συγκινητικά τα “παραμύθια” σας για τα τρένα. Προσπαθούν να χαράξουν ένα “άγουρο” χαμόγελο στο πρόσωπό μας, με ιδιαίτερη κομψότητα.

Σας ευχαριστώ θερμά.

Καλή συνέχεια.

Εγκάρδια

Γιάννης Βαρβέρης.

Αυτό είναι το πρώτο μέρος της ιδιωτικής αλληλογραφίας. Θα ακολουθήσει και η ηλεκτρονική.

Advertisements

Θέσεις 15-17, βαγόνι 3

Κάτσε, παλικάρι, να σε βοηθήσω. Πωπω, είναι βαριά η βαλίτσα σου! Βόλεψέ την δίπλα στην μπλε τη μικρή, τη δικιά μου. Έλα, εντάξει είσαι. Σαλονίκη μένεις; Λάρισα; Φοιτητής; Βρε να με πάρει, δεν είδα τη βέρα. Εγώ ανέβηκα από Λαμία. Πάω Σαλονίκη στην αδερφή μου, και με την ευκαιρία θα δω κι έναν καλό γιατρό για την καρδιά μου. Εσύ τι γυρεύεις από την Λάρισα στη συμπρωτεύουσα; Για δουλειά; Εμ, εσείς οι νέοι αλωνίζετε όλη την Ελλάδα. Εγώ στα χρόνια σου είχα στην καμπούρα μου δυο παιδιά στο σχολείο κι ένα στο Γυμνάσιο. Πού χρόνος για να ξεκολλήσεις απ’ τα χωράφια και την αγκούσα, από τα στόματα που αυγάταιναν μέσα στο σπίτι και περίμεναν να τα ταγίσεις. Χειμώνα καλοκαίρι δεν ήξερα στο χωριό. Αλλά έχεις δίκιο. Στην επαρχία πια δεν υπάρχουνε δουλειές για τους γραμματιζούμενους. Μόνο Ρουμάνοι κι Αλβανοί βοηθάνε στα χωράφια, παίρνουν κάνα μεροκάματο και πάνε παρακάτω. Εποχική δουλειά, τι να σου κάμει; Δεν βλέπεις προκοπή αν γυρνάς σαν τον τσιγγάνο. Μα και για τον ντόπιο, η δουλειά του αγρότη είναι σκληρή, πανάθεμά τη. Το είδα και στα μέρη μου που τα πιο πολλά παιδιά ρίχνουν μαύρη πέτρα και σπουδάζουν ό,τι να ’ναι, αρκεί να φύγουν απ’ τη μιζέρια. Εμείς τότε δεν ξέραμε από πανεπιστήμια και τα τέτοια. Δεν με ρώτησαν οι γονείς αν μ’ άρεζαν τα γράμματα. Με ζέψανε για τα καλά στ’ αλέτρι της ζωής και, ήθελα δεν ήθελα, όργωσα σαν το βόδι με κατεβασμένη την κεφάλα τα στέρφα χωράφια μας για να τα κάνω καρπερά. Με βάλαν μόνο να διαλέξω: χωράφια ή το κοπάδι. Εγώ με τα ζωντανά δεν μπορούσα, και τελικά με φάγαν οι σπορές και οι θερισμοί. Βρε, γνώμη για τίποτε δεν είχαμε στα νιάτα μου. Και να πεις για πολιτικά; Τώρα εσείς λέτε λεύτερα τι ψηφίζετε, κατεβαίνετε στους δρόμους και δέρνεστε με τους αστυφυλάκους. Εμείς πού να σηκώναμε κεφάλι. Στο σπίτι είχα τη ζωστήρα του πατέρα μου, στο σχολείο –ε, τέλειωσα κουτσά στραβά το Δημοτικό, αλλά μετά μ’ έκοψαν– είχα τη βίτσα του δάσκαλου, στην πλατεία την αγιαστούρα του παπά που μας την κουνούσε στη μούρη αν δεν εκκλησιαζόμασταν κάθε Κυριακή. Και λίγο που μεγαλώσαμε είχαμε το περίστροφο του ενωμοτάρχη. Εμείς ζήσαμε σε χρόνια δύσκολα, που ο αδερφός περνούσε απ’ το μαχαίρι τον αδερφό. Στο χωριό μας, όπως και σε όλη τη χώρα, οι μισοί ήταν με τον ένα και οι υπόλοιποι μισοί με τον άλλον. Πώς καταφέραμε και δεν φαγωθήκαμε κι αναμεταξύ μας οι συχωριανοί, είναι μεγάλο θάμα. Ευτυχώς που πεθάνανε οι πιο παλιοί και ταφήκανε η διχόνοια και τα μίση. Εμείς που στεκόμαστε ακόμα στα ποδάρια μας κι έχουμε τα λογικά μας, μονιάσαμε από χρόνια, μαζευόμαστε στον καφενέ και παίζουμε το ταβλάκι μας. Άντε να θυμώνουμε για τ’ αθλητικά και για τα κόμματα, αλλά χωρίς φωνές και κουρνιαχτό. Αυτά πάνε πια και πίσω δεν γυρνάνε. Στη δική μου φαμίλια κοιτάξαμε να τα έχουμε με όλους καλά. Έρχονταν οι αντάρτες, τους φιλεύαμε τα λίγα που είχαμε. Έρχονταν ξοπίσω τους τα φανταράκια του Εθνικού Στρατού, κερνούσε ο πατέρας μου κρασί απ’ τα βαένια και μεις, τα παιδιά, τους βάζαμε κλεφτά στ’ αμπέχονα κανένα ξερό σύκο. Ο πατέρας μου ήταν σκληρός άθρωπος, αλλά δίκαιος. Μας έλεγε: «Όλοι παιδιά μιας μάνας ήμαστε και μιλάμε την ίδια γλώσσα, κάμουμε τον ίδιο σταυρό». Μόνο αυτά μας δίδαξε. Γιατί εκεί στο χωριό, πού να μάθουμε από ιδέες και μεγάλα λόγια. Τόσα κολλυβογράμματα μάθαμε, τόσα κατέβαζε η κούτρα μας. Εμείς πιο καλά θέλαμε να τα έχουμε με τον καιρό, για να μην μας χαλάει τους ιδρώτες μας με τις νεροποντές και τα ξαφνικά χαλάζια. Γελάς, ε; Κάμαμε και μεις το χρέος μας, παλικάρι μου. Τόσα αγαθά από τα χέρια μας βγήκανε και χόρτασε ο κόσμος ψωμάκι. Μείναμε εμείς στα ψωροχώρια και στέλνουμε ακόμη τα στάρια, τα λάχανα και τις ελιές μας σε όλους αυτούς που παστώνονται στις πόλεις και καμώνονται τους πρωτευουσιάνους. Εμείς δεν θα γράψουμε ιστορία πουθενά. Δεν θα μας στήσουν κάνα άγαλμα. Ξέρουμε ότι ήρθαμε σε τούτη τη ζωή για να μας κλάψουν οι λίγοι συγγενείς. Αλλά δεν κλέψαμε, δεν αδικήσαμε για το χρήμα, δεν σκοτώσαμε για να κάμουμε όνομα γενναίου. Παλικάρι μου, όλοι σ’ αυτή τη ζωή έχουμε ένα σκοπό, αλλά δεν είναι εύκολο να ξέρεις από τα μικρά σου ότι δεν θα γένεις μήτε γιατρός μήτε δικεγόρος μήτε μεγάλος και τρανός. Εγώ και πολλοί σαν και μένα μικρύναμε τα όνειρά μας. Κι αν είχαμε ποτέ και όνειρα. Μας τσάκισαν και τα χρόνια κείνα. Νοθείες, χούντες, όλα κατακέφαλα μας ήρθαν. Και να σκύβουμε συνέχεια όλο και πιο χαμηλά το κεφάλι και να σφίγγουμε τα δόντια, να μην παρατήσουμε τους γέρους και τους συγγενείς και πάμε στην ξενιτιά. Κρατήσαμε εφτά χρόνια, παλικάρι μου, με το φόβο του αστυνόμου στην κεφάλα μας, αλλά με το φόβο της πείνας ζήσαμε όλη μας τη ζωή. Εμείς τότε δεν ξέραμε από καλοπέραση κι ακριβά ρούχα. Δεν διαλέγαμε πάπλωμα πιο μεγάλο απ’ το μπόι μας. Τα κρεβάτια μας ήταν σκληρά και οι κουβέρτες τραχιές και μας χάραζαν τα μούτρα. Μερικές φορές θυμώνουν τα παιδιά μου, σαν τους λέω ότι έπρεπε να έρθουν οι συνταγματάρχες για να γένει ένας δρόμος της προκοπής μέχρι το χωριό και το γιοφύρι που μας γλίτωσε από ποδαρόδρομο μέσα στα κατσάβραχα. Για χρόνια και πριν και μετά τη χούντα μάς είχαν ξεχασμένους. Δεν ήμασταν και κανένα χωριό της προκοπής: πολλοί δικοί μας φευγάτοι στην Αμερική και άλλοι τόσοι μεροκαματιάρηδες στην Αθήνα. Πάει το χωριό. Φύρανε για τα καλά. Κάτι γέροι ξεμείναμε πια και μερικοί απ’ τους Αμερικάνους που έρχονται και περνούν εδώ τα καλοκαίρια τους και μετά πάνε στο Σικάγο και την Αστόρια και ξεχειμωνιάζουν.

 Ίσως είναι καλύτερα που έχει συντροφιά. Προσέχει το χαρακωμένο απ’ τις ρυτίδες πρόσωπο του ανθρώπου που κάθεται δίπλα του. Το στόμα αλέθει ήρεμα τις λέξεις και στην τελεία κάθε πρότασης τα χείλη του τραβιούνται σ’ ένα πλατύ χαμόγελο. Είχε καιρό να δει ένα τόσο ψυχωμένο χαμόγελο που απλώνεται απ’ το κακοξυρισμένο πιγούνι μέχρι τα λαμπερά γαλάζια μάτια. Και οι κουβέντες του νεράκι καθαρό, ένα μικρό ποτάμι που αρδεύεται από την ίδια την πηγή της ζωής. Τον ρωτάει τα τυπικά, καταγωγή, δουλειές, οικογένεια, μα πιο πολύ του αρέσει να μιλάει για τον ίδιο. Χωρίς καμία πόζα, κανέναν εγωισμό ιστορεί τα δικά του, λες και θέλει ν’ αφήσει μάρτυρες για το πέρασμά του σε τούτο τον κόσμο, για να μην ξεχαστεί.Του είπε μέσες-άκρες για τον σκοπό του ταξιδιού του. Ο γέροντας δεν ρώτησε πολλά. Είχε στο νου του να πει τα δικά του βάσανα τότε που ήτανε νέος. Ανάσανε για λίγο. Η ερώτηση της δουλειάς τον ξεβόλευε αφάνταστα τους τελευταίους μήνες. Την απόφαση για το φευγιό του την πήρανε μαζί με την Αναστασία. Οι γονείς της γκρίνιαζαν, οι συγγενείς ψιλορωτούσαν. Στο τέλος, ντράπηκε κι αυτή κι αναγκάστηκε να τους πει ψέματα ότι είναι στις συζητήσεις με μια μεγάλη εταιρεία στη Σαλονίκη, για μια δουλειά καλύτερη απ’ αυτήν που έχασε. Θα μείνει αυτό τον μήνα στον αδερφό του. Θα βάλει κάτω τα πράγματα, θα πάει να βρει κι ένα-δυο γνωστούς. Και οι αγγελίες στη Σαλονίκη είναι περισσότερες απ’ ό,τι στη Λάρισα. Πάντως, δεν θα προσπέσει ξανά στον πεθερό του. Μια φορά έκανε το λάθος και εκείνος τον έστειλε στο μεγαλέμπορο το φίλο του, ένα καλό κουμάσι που πήγε να του ρουφήξει το αίμα, να τον κρατάει στην επιχείρηση δωδεκάωρο και βάλε, και να του δίνει οχτακόσια ευρώ και με λειψά ένσημα. Καλυτέρα να ζητήσει μια ευκαιρία από τους ξένους. Ποτέ πια από γνωστούς και συγγενείς. Ο πεθερός του καμώνεται ότι έχει τα μέσα στη Λάρισα, ενώ οι γονείς του στ’ Αγρίνιο είναι δύο ανθρωπάκια του Θεού χωρίς πρόσωπο στην κοινωνία. Τα είδε τα περίφημα τα μέσα του. Πήγε στον πολιτευτή, ο οποίος υποτίθεται ότι τον έχει αδερφό, για να του ζητήσει μια θεσούλα για τον άνεργο γαμπρό του και του πέσαν αμέσως τα μούτρα. Πριν προλάβει ν’ αρθρώσει κουβέντα, ο εθνοπατέρας του ξέκοψε οποιαδήποτε βοήθεια. Του εξήγησε ότι ήταν χαλεποί οι καιροί, ότι προηγούνταν άνθρωποι που θα του έφερναν ίσα με χίλιους σταυρούς, που είχαν στο χέρι τους ολάκερα χωριά στον κάμπο. Τον πεθερό του τον αγαπούσε και τον εκτιμούσε, αλλά πάνω από δέκα, άντε είκοσι σταυρούς δεν μπορούσε να του φέρει στο κόμμα. Καθαροί λογαριασμοί για εντιμότατους φίλους.

 Το μεγάλο το γιο τον κράτησα στο χωριό κι ανάλαβε τα χωράφια. Του έδωκα το σπίτι, τον πάντρεψα με μια καλή κοπέλα απ’ τα μέρη μας, κι έτσι στάθηκε στο ποδάρι μου, να μην πάνε χαμένοι οι κόποι των παππούδων του που άφησαν την ψυχούλα τους σε τούτα τα χώματα. Εγώ, όσο και να την αγαπάω την πλανεύτρα τη γη, δεν έχω τα παλιά κουράγια. Και πάλι πάνω στο τρακτέρ με βρίσκει ο πρώτος κόκορας ή να ξεβοτανίζω τον κήπο που έχουμε μπροστά απ’ το σπίτι μας. Ευλογία είναι τα πρωινά: η γριά μου μέσα να ψήνει το καφεδάκι κι εγώ, αφού νιφτώ με το κρύο νερό της γούρνας, να κάνω το σταυρό μου για τη νέα μέρα που έδωσε ο Θεός και χαίρονται τα μάτια μας. Τυχεροί είμαστε που ζήσαμε τόσα χρόνια, αναστήσαμε τα παιδιά μας, είδαμε εγγόνια. Τι άλλο να θελήσουμε από τούτη τη ζήση. Όλα τα καλά τα έχουμε. Δε λέω, μου λείπουνε τ’ άλλα μου τα παιδιά, αλλά το κρύβω απ’ τη γυναίκα, γιατί φαρμακώνεται σαν τους σκέφτεται μακριά. Η κόρη κι ο μικρός ο γιος πήγανε στην Αθήνα. Ξωθιά η άτιμη, τους μαγεύει όλους. Η κόρη κατάφερε κι έβγαλε το λύκειο, μπήκε σε μια σχολή κι έμαθε τα λογιστικά. Παντρεύτηκε κι ένα καλό παλικάρι, δημοτικός υπάλληλος ο γαμπρός, και μένουνε στον Πειραιά. Καλή τους ώρα, μια χαρά βόλεψαν το σπιτάκι τους, πήρανε δάνειο και γένανε νοικοκύρηδες, κάμανε και τα παιδάκια τους, όλα με τη σειρά τους. Ο μικρός ο γιος, το καμάρι της μάνας του, το στερνοπούλι μας, κεφάλι αγύριστο απ’ τα γεννοφάσκια του, δούλεψε οικοδομή καμιά πενταετία και μάζεψε παράδες για να μπορέσει να σπουδάσει. Σαν τέλειωσε το λύκειο τού ’βαλα όρους, να του δώκω να γένει γεωπόνος και να γυρίσει πίσω. Το χωριό, τα μέρη μας χρειάζονται έναν επιστήμονα που να είναι από τον τόπο, να στεριώσει εκεί και να τον πονάει. Το ζεβζέκι σαν είπε όχι, όχι. Νόμισα και γω ότι θα κουραζόταν απ’ το μόχτο και θα παρατούσε το πείσμα, το χαμαλίκι στις οικοδομές και την Αθήνα και θα γύριζε στη φωλιά του. Αλλά πάνω στα πέντε χρόνια μας το ξεφούρνισε πως πέρασε στις εξετάσεις και μπήκε στη Φιλοσοφική. Τώρα είναι καθηγητής σ’ ένα φροντιστήριο στο κέντρο, κάμει, όμως, και το διδαχτορικό του. Ο μικρός δεν αρέζεται με τίποτε. Είμαι σίγουρος ότι είναι καμωμένος για μεγάλα πράματα, ότι έβαλε στο νου του να γένει μέσα στα πανεπιστήμια δάσκαλος τρανός. Θάμα η δική μας η φαμίλια να βγάλει έναν άθρωπο των γραμμάτων.

 Ήθελε να του πει ότι αυτά τα περίφημα γράμματα τον έκαναν μετανάστη στον τόπο του. Στο Αγρίνιο δεν είχε μέλλον. Το μπακαλικάκι του πατέρα του έκλεισε μόλις άνοιξε στη γειτονιά το πρώτο σούπερ μάρκετ. Πάλι καλά που πρόλαβε ο γέρος του κι έβγαλε μια συνταξούλα, έχουνε και το περιβόλι τους και τα κουτσοκαταφέρνουν. Αυτός κοίταξε να περάσει στην Πάντειο Κοινωνικές Επιστήμες. Σκεφτόταν να φύγει στην Αγγλία μετά, ως φοιτητής είχε περγαμηνές, αλλά γνώρισε την Αναστασία και βρέθηκε στην καρδιά του Θεσσαλικού κάμπου να παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα σε ντουβάρια και να ψευτοδουλεύει σε μια εταιρεία που έκλεισε σύντομα. Όταν βρήκε τη δουλειά στο φιλανθρωπικό ίδρυμα, πίστεψε ότι επιτέλους του χαμογελούσαν η τύχη και οι άνθρωποι. Πέρασε πανηγυρικά τρεις συνεντεύξεις και μια γραπτή εξέταση κι έπιασε δουλειά προϊσταμένου. Μπορεί να ήταν με σύμβαση, αλλά πίστευε ότι η συνέπεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του, η αγάπη που έδειχνε στους εργαζόμενους, όπως και η αφοσίωση στο υψηλό έργο που επιτελούσαν οι φιλάνθρωπες και υπερπλούσιες κυρίες της Λάρισας δεν θα περνούσαν απαρατήρητες. Αλλά κάτι οι επικείμενες εκλογές κάτι οι εκδουλεύσεις που ήθελαν να κάνουν σε μερικούς απαιτητικούς και φιλόδοξους βουλευτές οι φιλάνθρωπες και σύζυγοι μεγαλοεργολάβων με ειδικότητα στην ανάληψη δημοσίων έργων, βρέθηκε αυτός ύστερα από τρία χρόνια με μια υμνητική συστατική επιστολή στο χέρι, ένα άτσαλο ευχαριστώ της προέδρου του Δ.Σ. και το παράσημο του άνεργου. Και τη δουλειά του όλο και κάποιο εκλεκτό τέκνο των κομματαρχών θα την αναλάμβανε. Τι να καθίσει να πει στον άνθρωπο για τα γράμματα. Αυτός μέσα στην απλότητά του ζει ζωή χαρισάμενη. Εξάλλου έφαγε πια τα ψωμιά του, τακτοποίησε τις υποχρεώσεις του, στέκεται στο κατώφλι του θανάτου χορτασμένος. Τι να του πει για τα δικά του σχέδια που νιώθει ν’ αναβάλλονται συνεχώς, για το παιδί που θα ’θελε να αποκτήσουν κάποια στιγμή αλλά δεν μπορούν με τις παρούσες συνθήκες. Σε τούτα τα χρόνια που αλλάζουν απότομα τα δεδομένα της ζωής τους, νιώθει να χτίζει σε κινούμενη άμμο. Ούτε στον εαυτό του δεν τολμά να ομολογήσει την ντροπή που νιώθει όταν στήνεται στην ουρά για τα τετρακόσια ευρώ του επιδόματος ανεργίας. Έφτασε στα τριάντα πέντε του, μετά από όνειρα και σπουδές, ν’ απλώνει το χέρι στη συμπόνια του κράτους, που ξέρει να πετάει ξεροκόμματα, αφού δεν μπορεί να εξασφαλίσει δουλειές και ευημερία στους πολλούς. Ο παππούς μιλάει τώρα στο κινητό με τη γυναίκα του. Κοντοστέκεται να πάρει ανάσα και μετά φωνάζει πιο δυνατά, για να τον ακούσει η γριά του που από τα χρόνια έγινε κι αυτή περήφανη στ’ αφτιά. Μόλις τελειώνει το τηλεφώνημα, παλεύει να κλείσει το μαραφέτι που του έδωσε ο γιος του για να παιδεύεται. Η Αναστασία δεν του τηλεφώνησε μέχρι τώρα. Μια στενοχώρια τού τριβελίζει την καρδιά όλες αυτές τις μέρες. Μπορεί να χάρηκε που η γυναίκα του είναι δίπλα του και τον στηρίζει, ότι πρώτη αυτή τού πρότεινε τη Σαλονίκη για να ψάξει για δουλειά, αλλά του κακοφάνηκε κιόλας που δεν θα της λείψει τόσο καιρό. Αυτή κάποτε δεν άντεχε μέρα μακριά του. Όταν παλιότερα της πρότεινε να φύγει στην Αγγλία και να βολευτεί εκεί, να ξεκινήσει το μεταπτυχιακό του, να πιάσει μια δουλειά και να την καλέσει να πάει να τον βρει, γέμισαν δάκρυα τα μάτια της κι άρχισε να τον ρωτάει επίμονα αν της ζητούσε να χωρίσουν. Για εκείνη ξέμεινε στην Ελλάδα, για εκείνη πήγε σε μια πόλη ξένη που δεν θ’ αγαπήσει ποτέ του. Και τώρα εκείνη μπορεί να περνάει τις μέρες της χωρίς αυτόν, να έρχεται μόνο τα σαββατοκύριακα να τον βλέπει ή να πηγαίνει αυτός στο σπίτι τους, κάθε φορά και πιο αποξενωμένος από πριν. Κι αν βρει δουλειά στη Σαλονίκη; Θα πηγαινοέρχεται με το τρένο, χαμένες ώρες στο από και το προς, δυσκολίες που δεν ξέρει πόσο έτοιμοι είναι και οι δυο τους για να τις αντιμετωπίσουν, αν θα τις αντέξουν, αν θα τις ξεπεράσουν ή αν θα τους ξεπεράσουν.

Κάτσε να πάρω το χάπι μου που το ξέχασα. Όλο μου τηλεφωνάει η γριά μου να μου το θυμίσει. Έδωκε οδηγίες και της αδερφής να έχει το νου της με τον ξεχασμένο. Η αδερφή μου, η λαφίνα μου. Τόσα χρόνια ανταμώνουμε Πάσχα ή Χριστούγεννα, σαν έρχονται για λίγες μέρες στο χωριό. Μας το πήρε το κορίτσι ο Μπάμπης. Είχε μια ευμορφιά νεράιδας στα νιάτα της. Ήρθε το γιατρουδάκι στα μέρη μας να μας γιατροπορέψει και λαβώθηκε απ’ τα κάλλη της. Την πήρε τελικά μαζί του πάνω στο βορρά και χαλάλι του, γιατί την έχει σαν τα μάτια του. Άξια οικογένεια, έβγαλε άξια παιδιά, σπουδαγμένα και τα δυο στις Αμερικές. Γιατροί και οι δυο γιοι, ο ένας γυναικολόγος με μεγάλο γιατρείο στην Τσιμισκή, ο άλλος ουρολόγος στο πανεπιστήμιο. Μεγαλεία η Αννούλα μου. Όταν πάω καμιά φορά στη Σαλονίκη, μαζεύονται τα εγγόνια, μια ζουμπουρλού που ’χει τ’ όνομά της και τα δίδυμα, και με ρωτάνε για το χωριό, με βάζουν να τους λέω ιστορίες για το δάσος με τις ξωτικές και το στοιχειωμένο γιοφύρι που ρίχνει στα φουσκωμένα νερά του ποταμού τα παλικάρια σαν έχουν κρίμα στο λαιμό τους. Τα έρημα δεν ξέρουν μήτε τ’ ονόματα απ’ τα δέντρα και τα πουλιά, μήτε καταλαβαίνουν σαν τους λέω για τα λούλουδα και τα οπωρικά που φυτεύουμε στους κήπους και τα περβόλια. Ανοίγουν τα ματάκια τους και ρουφάνε τα λόγια μου σαν το νεράκι. Πού να μάθουν μέσα στα μπετά πώς καρπίζει η γη την άνοιξη, πώς κοιλοπονάει τους σπόρους και δίνει μίσχους και φύλλα κι ανθάκια χρωματιστά. Αυτή η γη που μας παιδεύει για να της πάρουμε τη γκαστριά της, να την κάμουμε φαΐ για τους πεινασμένους, τόσα χρόνια είναι για μένα πράμα μυστήριο. Οι ναυτικοί έχουν τη θάλασσα κι εγώ τα σταροχώραφα που χρυσίζουν σαν τα πελάγη κάτω απ’ την πυρά του ήλιου. Μέχρι και την τελευταία μου μέρα, παλικάρι μου, δεν θα πάψω να θαμάζω αυτό το δώρο. Κι αυτή η μέρα δεν είναι μακριά. Η γριά μου δεν ξέρει τίποτε. Θα με πάει ο γαμπρός μου σ’ έναν καρδιολόγο, αλλά μου ’κοψε τις ελπίδες από τα πριν. Είναι κι αυτός παθολόγος έμπειρος και ξέρει. Δεν υπάρχει γιατρειά για την καρδιά μου. Την κούρασα πολύ όλα τα χρόνια, και τώρα πήραν να σκουριάζουν τα γρανάζια της. Τα φάρμακα δεν με κάμουν καλά κι αν μ’ ανοίξουν μπορεί να μείνω στον τόπο. Θα μου πεις, γιατί πηγαίνεις στον γιατρό, αφού ελπίδες δεν υπάρχουν; Για τη λαφίνα μου πηγαίνω στη Σαλονίκη κι όχι για τους γιατρούς και τις διαγνώσεις τους. Θέλω να την αποχαιρετήσω, να της φιλήσω τ’ άσπρα της μαλλάκια, να πω τα στερνά μου παραμύθια στ’ εγγόνια της και ύστερα να γυρίσω στο σπίτι μου. Εκεί στο σπίτι μου θέλω να κλείσω τα μάτια μου και να ’χω στο πλευρό μου τη γυναίκα, το γιο, τη νύφη και τα εγγόνια μου. Κι αν προλάβω, να στείλω να φωνάξουν και τους ξενιτεμένους μου στην Αθήνα. Να τους έχω όλους τριγύρω μου. Αν ήταν να διαλέξω, κάλλιο θα το ’χα να παραδώσω την ψυχή μου την ώρα που θα μπαίνει απ’ τη χαραμάδα του παντζουριού το πρώτο φως του ήλιου. 

 Βαριανασαίνει και δεν μιλάει πια. Κι όμως, στο πρόσωπό του έχει μείνει αυτό το πλατύ χαμόγελο. Ο άνθρωπος σκέφτεται τη στιγμή του θανάτου του, κι όμως συνεχίζει να χαμογελά. Νιώθει ξαφνικά πιο γέρος απ’ το συνεπιβάτη του. Άφησε τις αναποδιές να τον πάρουν από κάτω και τις κοινωνικές συμβάσεις να τον γεμίσουν άχρηστες ενοχές. Τον πιάνει μια επιθυμία ν’ ακούσει τη φωνή της Αναστασίας. Δεν θέλει πλέον να περιμένει εκείνη να του δώσει ένα σημάδι ότι τον σκέφτεται, ότι δεν μπορεί μακριά του. Μ’ αυτούς τους μπακαλίστικους υπολογισμούς χάνουν, τελικά, οι περισσότεροι τη ζωή τους και δεν καταφέρνουν να έχουν μήτε μια στιγμή πλέριας ικανοποίησης. Την καλεί ανυπόμονα και την ίδια ώρα βλέπει πάνω στο τζάμι το παγωμένο πρόσωπό του να σπάζει κομμάτια-κομμάτια σχηματίζοντας ένα άγουρο χαμόγελο που θα πασχίσει από δω και μπρος να φυτέψει με υπομονή στο κέντρο του κεφαλιού του.

Θέση 4, βαγόνι 2 (το πρώτο διήγημα της συλλογής)

Βολεύεται στην πράσινη σκουριά της 4ης θέσης, στο δεύτερο βαγόνι του «Αριστοτέλη», και περιμένει να δει τον συνεπιβάτη, αυτόν ή, αν είναι τυχερός, αυτήν που θα τον συντροφεύσει, που θα ανασαίνει δίπλα του για πέντε ώρες, που θα κοιμηθεί με το κεφάλι πεσμένο στον έναν ώμο ή θα παίζει βαριεστημένα με το κινητό μέχρι να τελειώσει ο χρόνος της αναμονής. Σε δυο λεπτά λύνεται το μυστήριο. Ένας ευτραφής εξηντάρης, με φτηνιάρικο κοστούμι και σακ-βουαγιάζ για ταξίδια-αστραπή προσπαθεί να βολευτεί στο στριμόκωλο κάθισμα δίπλα του. Ιδροκοπάνε τα κρέατά του και γουργουρίζει το στομάχι του, μόλις καταφέρνει να βρει μια γωνία βολική που να μην τον σουβλίζουν στα πλευρά τα μπράτσα. Ατυχία. Αποφασίζει ότι μεγαλύτερο ενδιαφέρον θα έχει τελικά το πανόραμα που κορνιζάρει το παράθυρό του, και στρέφει το βλέμμα του στο τζάμι, παρατηρώντας μια το είδωλό του και μια τον σταθμό που αχνοφαίνεται πίσω από το ξενυχτισμένο μούτρο του.
Με το πρώτο τράνταγμα του ξεκινήματος τον πιάνει μια παράξενη νοσταλγία. Θυμάται τον εαυτό του έναν χρόνο πριν. Ίδιο είδωλο στο τζάμι-καθρέφτη. Πάλι για σεμινάριο από τη δουλειά, Τρίτη πρωί, παχνιασμένα τρένα στον σταθμό, μούχλα που κολλάει στον φάρυγγα και κάνει το σάλιο μούργα.
Αυτός ποτέ του δεν παραπονέθηκε για τις εκπαιδευτικές αγγαρείες που τους φορτώνουν στην πρωτεύουσα, κι ας γκρινιάζουν όλοι οι υπόλοιποι συνάδελφοι για το ξεβόλεμα από τα σπίτια και τις οικογένειες, και για το δασκαλίστικο ύφος των στελεχών-εκπαιδευτών που τους φτύνουν στη μούρη την περιφρόνηση για την ασχετοσύνη τους.
Γι’ αυτόν, κάθε ταξίδι κρύβει μια υπόσχεση κι ένα κέρδος. Του αρέσει να σκέφτεται ότι παραδίνεται στην τύχη και τα τερτίπια της, ότι παρασέρνεται από μια ακολουθία γεγονότων που άλλα προκαλεί ο ίδιος κι άλλα απλώς συμβαίνουν ερήμην του. Όπως λέει συχνά, αφήνεται να τον οδηγούν οι καλόγνωμοι αέρηδες και να του δείχνουν πού να ρεμετζάρει και πού να ορτσάρει με ακρίβεια μεταφυσικής πυξίδας.
Του αρέσει να μιλάει και να σκέφτεται με μεταφορές, να γλιστράει τη σκέψη του στα ανέγνωρα μονοπάτια της παραβολής και στους δαιδαλώδεις διαδρόμους της πολύχωρης αλληγορίας. Το βρίσκει ταιριαστό για την ηλικία του και την κοπιαστική πορεία που έκανε η σκέψη του, ύστερα από τόσες και τόσες πεζοπορίες στις ερήμους της γνώσης, όταν κάτω από τον παντογνώστη ήλιο της αυθεντίας τού κάθε δασκάλου του, που του έκαιγε τα μάτια, έτρεχε ποτάμι ο ιδρώτας και η παγωμάρα της απορίας και της άγνοιας ξύλιαζε την πλάτη του μέχρι τα ριζά των γλουτών.
Στο πανεπιστήμιο δεν μπόρεσε να πάει, αλλά καλλιεργήθηκε μόνος του, αγοράζοντας βιβλία με δόσεις και παρακολουθώντας επιμορφωτικές εκπομπές στην τηλεόραση. Κατάφερε έτσι να έχει λέγειν, βασικό ατού για τη δουλειά του και, όταν έχει κέφια, να σκαρώνει πετυχημένα ποιηματάκια με ρίμα που ξαφνιάζει. Και σ’ εκείνη άρεσαν οι κουβέντες του· μιλούσαν με τις ώρες πριν απολαύσουν τον έρωτα.
Τι να σου κάνουν τα ίδια και τα ίδια σαρακοφαγωμένα λόγια, οι κινήσεις που η συνήθεια τις ξεπατικώνει αυτόματα. Σάμπως κι ο έρωτας δεν γίνεται πάντα με τον ίδιο τρόπο; Και να μοιάζει διαφορετικός στην αρχή, τα κορμιά ξέρουν και καλουπώνονται στις στάσεις και τα σχήματα που τους είναι πιο βολικά, πιο κοντά στην έξαψη και τον σπασμό. Δεν το ’χει δει και με τις άλλες; Δεν το ζει δέκα χρόνια με τη γυναίκα του; Η γλώσσα πριν γλείψει την αλατισμένη σάρκα, προτού θηλυκώσει τα νεύρα στα μέλη που στενάζουν και χαίνουν την καυλωμένη τους προσμονή, πρέπει πρώτα να βουτήξει στην ψυχή, να ξεριζώσει το προβλέψιμο και να παλουκώσει βαθιά μέσα της το αλλιώτικο. Μόνο τότε ο έρωτας αξίζει τ’ όνομά του, τις θυσίες, ακόμη και τις τύψεις.
Ένας «Φίλιππος» τον οδήγησε τότε σ’ εκείνη. Όταν την γνώρισε, δεν ήξερε αν θα ήθελε να κάτσει μαζί της για όλη τη βραδιά ή αν προτιμούσε ένα καλό δίωρο σ’ ένα από τα ημιδιαμονής της παραλίας. Είχε κουραστεί το κορμί του που βούλιαζε ολημερίς στα άβολα καθίσματα του συνεδριακού κέντρου. Και περισσότερο πονούσαν τ’ αφτιά του με τη βαβούρα όλων αυτών που καμώνονταν τους έξυπνους και καλόπιαναν τους προϊστάμενους και τη διοίκηση. Εκείνη καθόταν παραδίπλα και είχε το ίδιο βαριεστημένο ύφος. Το πήρε για καλό σημάδι. Όταν βγήκαν για διάλειμμα, στάθηκε κοντά της καπνίζοντας, τάχαμου αμέριμνος. Στην ηλικία του ήταν, καλοβαλμένη, ντυμένη όχι κραυγαλέα, όχι όπως κάτι τσουλάκια που πλεύριζαν όλο υποσχέσεις τους πενηντάρηδες διευθυντάδες. Βέβαια του φαινόταν παράξενο που τα μετρούσε όλα αυτά σ’ εκείνη, αφού γι’ άλλον σκοπό την ήθελε.
Κάνα δίωρο, είχε αποφασίσει τελικά, και μετά γραμμή για το δικό του ξενοδοχείο, αναφορά στην Βούλα για το πώς πήγε η μέρα του, μετά οι φωνές των παιδιών του που θα λέγανε τα νέα από το σχολείο και θα κατέληγαν, όπως πάντα, να τσακώνονται γύρω από το τηλέφωνο για το ποιο θα πάρει το ακριβότερο παιχνίδι.
Φτάνει να ήθελε κι εκείνη. Δεν θα του ήταν δύσκολο να καταλάβει τις προθέσεις της∙ πάντα τα έπιανε αυτά στον αέρα από τότε που ένιωσε τον εαυτό του άντρα. Είχε και συγκριτικό πλεονέκτημα, γιατί ήταν από τους πιο νέους στην αίθουσα και μακράν ο πιο όμορφος. Φαίνεται πως κι εκείνη τα μέτρησε όλα αυτά και δέχτηκε, σαν της πρότεινε να φάνε μαζί.
Μετά το φαγητό, τις τυπικές κουβέντες και τις πρώτες ερωτήσεις, όπου και άνοιξε ο καθένας τους τα χαρτιά του, δεν έμεινε κάτι άλλο να κάνουν πέρα από το αρχικά ποθούμενο. Αλλά εκείνη δεν ήθελε να πάνε σε ξενοδοχείο. Είχε ακούσει πολλά για κρυφές κάμερες παρακολούθησης, σιχαινόταν τα σεντόνια τα ποτισμένα από τον ιδρώτα και το σπέρμα τόσων άγνωστων ανθρώπων, ένιωθε ότι είχαν κολλήσει πάνω στους τοίχους τους πρόστυχες σκέψεις και χειρονομίες της συναλλαγής. Προτιμούσε το σπίτι της, το μέρος που πάστρευε κάθε βδομάδα με τη χλωρίνη και το Άζαξ, τους καναπέδες της που ήξερε την κάθε γούβα τους και θυμόταν την ιστορία από κάθε αόρατο λεκέ.
Και τούτο το βράδυ θα άφηνε το παράσημό του στην ταπετσαρία τους, μια σταγόνα κρασί, λίγο χυμένο σπέρμα από το προφυλακτικό που θα ξερίζωνε εκείνος βίαια στο τέλος. Ήξερε ότι όσο πιο πολύ αργούσε να μπει μέσα της κανείς, όσο παίδευε το κορμί της και το δικό του μυρμηγκιάζοντας την ξεγυμνωμένη σάρκα, τόσο πιο γρήγορα έτρεχε για το ντους για να γδάρει από πάνω του τα σημάδια της και να εξαγνιστεί στους ατμούς του νερού, μόλις η ανομία έφτανε στο τέλος της. Κι αυτό συνέβαινε και με τους ελεύθερους και με τους παντρεμένους. Ήταν καλή στον έρωτα κι όταν η φαντασία τους έβρισκε το ταίρι της στη δική της επιθυμία, εκείνοι τρόμαζαν, την κοιτούσαν παράξενα και μια-δυο φορές της αφήσανε λεφτά στο κομοδίνο από τη δική της μεριά, και τους κατάπιε η νύχτα και μια απόλυτα εύγλωττη απουσία.
Την άκουγε αποσβολωμένος να τα λέει όλα αυτά με βλέμμα γαληνεμένο. Του απολογήθηκε ότι ήταν πιο ανοιχτή μαζί του, γιατί δεν ήθελε άλλα φιλοδωρήματα – δεν άντεχε τις πλάτες τους που όρθωναν εκείνο το τείχος ανάμεσά τους, λίγα λεπτά αφότου είχαν κυλιστεί στα φρεσκοσιδερωμένα σεντόνια της. Εκείνη τη βραδιά, του είπε, ζητούσε πιο πολύ μια αγκαλιά, μια κουβέντα κι έναν έρωτα πιο ήμερο που δεν θ’ άφηνε μετά σακατεμένη την ψυχή της.
Κι αυτός ήξερε τι ήθελε. Μάλλον το ένιωθε στη ρίζα του βουβώνα του, αλλά πολεμούσε να μην φτάσει μέχρι τα μάτια του και τον προδώσει. Τον έρωτα που εκείνη του είχε αρνηθεί, αυτόν είχε φανταστεί. Συνηθισμένος τόσα χρόνια στα χλιαρά σεντόνια της Βούλας, ζητούσε να τρίψει το κορμί με βία πάνω της, και στο τελείωμα να της πετάξει κατάμουτρα τον ξοδεμένο σπόρο του χωρίς υποχρεώσεις, δάνεια, συγγενολόια. Δεν άντεχε να δώσει πιο πολύ απ’ αυτό. Και τι να δώσει σε μια γυναίκα που τόσο εύκολα τον έμπαζε στο σπίτι της, κι ας υποκρινόταν ότι είχε αλλεργία στα κωλοξενοδοχεία και τις πόρνες;
Είχε αποφασίσει να μείνει μαζί της για λίγο, είχε σχεδιάσει αλλιώς τη βραδιά. Ξάφνου θέλησε να φανεί μεγαλόψυχος και να της κάνει το χατίρι. Πήρανε ένα ταξί και πήγανε στο σπίτι της. Μαλάκωσε πιο πολύ σαν είδε το χώρο της και του άρεσε, ήπιανε απανωτά ποτά και μιλήσανε για την εταιρεία, για τα κοινά τους προβλήματα, για τα σπασίματα που τους έκαναν με τα εργασιακά τους δικαιώματα, και καταλήξανε ότι παντού, είτε στη δική του πόλη που ήταν επαρχιακή είτε στην πρωτεύουσα που ζούσε εκείνη, η μούρη της εργοδοσίας ήταν το ίδιο γουρουνίσια. Άρχισε να νιώθει άβολα που μιλούσε σαν ίσος με μια γυναίκα. Είχε συνηθίσει με την Βούλα που τον είχε περί πολλού όταν της αφηγούνταν τα νέα της ημέρας, κι εκείνη κρυφοκαμάρωνε για τον άντρα της που με την εξυπνάδα και την καπατσοσύνη του τα έφερνε βόλτα με πελάτες κι αφεντικά. Στο κρεβάτι, όμως, της ξαναθύμισε τον γυναικείο ρόλο της, σαν πήρε η ίδια η φύση το πάνω χέρι.
Είχε χρόνια να ξεγελάσει τη γυναίκα του. Μόνο στις δύο εγκυμοσύνες της ψιλοβολεύτηκε για κάτι μήνες με μια πεταχτή υπάλληλο μιας συνεργαζόμενης εταιρείας. Βόλεψε και τη συνείδησή του με τις ορμές που έπρεπε να βρούνε διέξοδο, γνώρισε τελικά την πεταχτή σ’ έναν φίλο του απ’ το στρατό που την αρραβωνιάστηκε δόξη και τιμή, κι έτσι έκλεισε τους παλιούς λογαριασμούς.
Μετά τα δέκα χρόνια γάμου παίρνεις μόνιμη αμνηστία, σκέφτεται μ’ ένα αδιόρατο χαμόγελο που βλέπει να καθρεφτίζεται στα χνοτισμένα τζάμια. Εξάλλου, αν μετρήσει τις φορές που βρεθήκανε μ’ εκείνη, θα είναι λιγότερες από το ξαλάφρωμα με την πεταχτή. Την προηγούμενη χρονιά, η εταιρεία αναδιοργανωνόταν, και είχε κάνει το ανεβοκατέβασμα στην Αθήνα ψωμοτύρι, αλλά πάντα δεν βόλευε να ξεμοναχιαστούν στο τριάρι της και να κουβαριαστούν στους άσπρους καναπέδες της για να καταλήξουν μπλεγμένοι σαν πλεξούδα στο υπέρδιπλο κρεβάτι της.
Το τυπικό το έμαθε απ’ έξω, αλλά όσο κράτησε του άρεσε, ίσως γιατί δεν πρόλαβε να ξεθωριάσει η πατίνα του. Πρώτα πίνανε το κρασάκι τους στον καναπέ, μιλούσαν για τα προβλήματά τους στην εταιρεία, κουβεντιάζανε για την πολιτική και τις ανθρώπινες σχέσεις· κάποιες φορές της έλεγε τα παράπονά του από τη γυναίκα και τα παιδιά, όσα δεν μπορούσε να της πει απ’ το τηλέφωνο από φόβο μην κρυφακούσει κάνας συνάδελφος. Μαζί της λυνόταν ο κόμπος που τον βασάνιζε, εκείνο το φρένο που μετριάζε τους θυμούς και τις αντιρρήσεις του στο σπίτι και στη δουλειά∙ ένιωθε τον αέρα και τα λόγια του να κυκλοφορούν ελεύθερα μέσα του. Μετά την έγδυνε, ξεφλούδιζε τα ρούχα της για ν’ αποκαλύψει τα δαντελωτά εσώρουχα που του άναβαν τα αίματα. Όσο περνούσε ο καιρός, εκείνη γινόταν πιο τολμηρή, του έκανε χατίρια που μόλις προλάβαινε να της ψιθυρίσει στ’ αφτί, μοιραζόταν μαζί του μ’ εμπιστοσύνη την ψίχα της ψυχής, αξεχώριστα από το σκοτεινό πηγάδι της επιθυμίας της.
Μόλις είδε το πρόβλημα που θα έβαζε πάνω στην καμπούρα του, έκοψε τις πολλές κουβέντες. Θυσίασε με πόνο ψυχής το τυπικό τους, αφού έκρινε ότι, κόβοντας τον αέρα στα πανιά, θα είχε πιο πολύ του χεριού του το τιμόνι. Την λυπήθηκε και εκείνη που την έβλεπε να γαντζώνεται απ’ το στόμα του, που την ένιωθε να τον φιλάει σαν να της έδινε την ανάσα της ζωής. Εκείνες τις φορές κάνανε λυσσασμένα έρωτα, κόντευαν να ξεκολλήσουν τα μέλη τους, δάγκωνε ο ένας τη σάρκα του άλλου και δεν σταματούσαν μέχρι να φανεί στη φλούδα του δέρματος το μπλάβο αίμα.
Σιγά σιγά περιόρισε τα τηλεφωνήματα και τις εξομολογήσεις, έντυσε τη φωνή του μ’ ένα λούστρο φτηνό και ξεθωριασμένο, ξέχασε μέχρι και να της ευχηθεί για τη γιορτή της. Ήταν σίγουρος πια ότι εκείνη έπιασε το νόημα γερά απ’ τα μαλλιά, και αφέθηκε ν’ απολαμβάνει το καλύτερο σεξ της ζωής του.
Μια έρρινη φωνή αναγγέλλει το σταθμό της Λαμίας. Ο διπλανός του έχει βολευτεί στ’ απέναντι καθίσματα που άδειασαν από την Λάρισα. Έχει ανεβάσει το μεσαίο μπράτσο και, επιτέλους, κάθεται με την αγαλλίαση του πασά στον οντά του. Τη θέση των οδαλίσκων έχουν πάρει εύχυμες εικοσάρες σε άκρως αποκαλυπτικές πόζες στις ιλουστρασιόν σελίδες του μηνιαίου ανδρικού περιοδικού που σαλιώνει με βουλιμία.
Αυτές οι τολμηρές γκόμενες μία δεν πιάνουν μπροστά στην πηγαία αισθαντικότητα εκείνης. Ακόμη κι όταν έφτασαν να κάνουν μόνο βουβό έρωτα, ένιωθε να μην την χορταίνει. Γνωρίζοντάς την από τόσο κοντά, δεν θα την αποκαλούσε χυδαία, αλλά αυθεντική γυναίκα με βαθιά επίγνωση της σεξουαλικότητάς της . Γι’ αυτό έπεσε απ’ τα σύννεφα όταν κάποιο βράδυ εκείνη του πρότεινε να πάνε σ’ ένα ανυπόληπτο ξενοδοχείο, χωμένο σε μια πάροδο δίπλα στο λιμάνι. Είχε καλοβολευτεί με το διαμερισματάκι της, με το φαγητό που ετοίμαζε πάντα με τόση προσοχή και φροντίδα. Ήταν καλύτερη μαγείρισσα από την Βούλα, αλλά δεν τόλμησε να της το πει ποτέ – ήταν εκείνη η καταραμένη ρότα που είχε βαλθεί ν’ ακολουθήσει κόντρα στους μαργιόλικους αέρηδες εκείνης. Συμφώνησε με κατεβασμένα μούτρα. Πήραν κλειδί από έναν χλεμπονιάρη εξηντάρη που έξυνε με μανία τη μύτη του την ώρα που μπήκαν, κι ούτε που σταμάτησε ακόμα και στη θέα των εκλεκτών πελατών του, ανέβηκαν τη σκάλα, διέσχισαν έναν διάδρομο με μπαλώματα ασβέστη πάνω στη μούχλα, κι έφτασαν σ’ ένα άθλιο δωμάτιο που σιχαινόσουν και ν’ ανασάνεις μέσα του.
Το κάνανε σχεδόν όρθιοι, με τα ρούχα, γιατί κανένας τους δεν άντεχε ν’ ακουμπήσει τα ποντικί σκεπάσματα του σιδερένιου κρεβατιού. Αφού τον άφησε ξέπνοο σε μια ετοιμόρροπη ψάθινη καρέκλα, εκείνη έβαλε το χέρι της στη μέσα τσέπη του σακακιού, τράβηξε το πορτοφόλι του και έβγαλε ένα πενηντάρικο που επιδεικτικά έχωσε μέσα στον κόρφο της. Ύστερα άνοιξε την πόρτα και βγήκε, με μόνο απόηχο της παρουσίας της το νευρικό χτύπημα των τακουνιών της στην τριζάτη σκάλα.
Μ’ ένα τράνταγμα όμοιο με αυτό του ξεκινήματος, το τρένο σταματά στην αποβάθρα του Σταθμού Λαρίσης. Αφήνει τους άλλους επιβάτες να προχωρήσουν και περιεργάζεται με την ησυχία του το μουντό αθηναϊκό πρωινό. Σκέφτεται ότι είναι, τελικά, καλύτερα που δεν θα την δει στο σεμινάριο. Είναι σίγουρος ότι θα ένιωθε άβολα μετά την τελευταία φορά. Πριν από μερικές μέρες έμαθε από μια φίλη της ότι μπήκε στο Δημόσιο. Έκανε τα χαρτιά της και την διόρισαν σ’ ένα υπουργείο. «Ένας ακόμη που προτιμάει τη σιγουριά του», σιγομουρμουρίζει όσο στρώνει το ταλαιπωρημένο κοστούμι του, τη φόρμα εργασίας της απαιτητικής και άκρως ανασφαλούς δουλειάς του. Αυτήν τη φορά δεν θα περάσει εύκολα ο χρόνος της εκπαίδευσης. Εκτός κι αν συμπέσει μ’ εκείνη την κοκκινομάλλα που δουλεύει σε άλλη διεύθυνση, αλλά τον τελευταίο καιρό συνεργάζεται με το τμήμα του.

Θέση 25, βαγόνι 1

Θέση 25, βαγόνι 1

Αυτήν τη φορά είναι η σειρά του γιου. Βολεύει όπως όπως τα δυο μεγάλα πακέτα κάτω απ’ τα πόδια του. Βλέπει τα γυαλιστερά χαρτιά τους να τσαλακώνονται στις γωνίες, να γδέρνονται πάνω στο βρόμικο πάτωμα του τρένου. Μια ζωή ένα μυρμήγκι ήσουν, θυμάται να του λέει ο γιος του, όταν δεν δέχτηκε να επεκτείνει τη δουλειά του, να ξεφύγει από τα μεροκάματα και να γίνει αφεντικό. Ήξερε τη θέση του, προτιμούσε να μένει εκεί που τον έπαιρνε και μπορούσε να ορίσει καλύτερα, όπως τώρα με τα πακέτα. Δεν θέλει να απλωθεί περισσότερο, να πιάσει παραπάνω χώρο στο ράφι, εξόν από τη μικρή πλαστική του βαλίτσα, σε βάρος των συνεπιβατών και της τάξης. 

Η νύφη του έκανε παράπονα την άλλη φορά ότι δεν πάει να τους δει κι αυτούς, λες και δεν καταλαβαίνει ότι η κόρη του είναι άρρωστη και έχει ανάγκη από βοήθεια. Βέβαια τι να σου κάνουν δυο βδομάδες, αλλά δεν ήθελε να γίνει φόρτωμα στην οικογένειά της, είδε και τον γαμπρό του που γινόταν βαρύς όσο περνούσαν οι μέρες. Ήδη το ’χει για σπουδαίο που έμεινε δίπλα της, ενώ έμαθε για το κακό που τους βρήκε. Σκλήρυνση κατά πλάκας. Δεν τις ήξερε αυτές τις λέξεις, δεν περίμενε στα γεράματά του να ταΐζει την Λένα, να την βλέπει να πνίγεται στα σάλια της. Όταν ήταν νεούδι, δεν βοηθούσε καθόλου τη συχωρεμένη. Και στο χωριό τούς είχαν αλλιώς μεγαλωμένους, ήξεραν μόνο από βαριά δουλειά και όχι από ξεσκατώματα και φροντίδες των βυζανιάρικων. Τώρα έμαθε όλα να τα κάνει. Δίνει ένα χέρι και με τα παιδιά της, τα πάει στο σχολείο, τους ετοιμάζει κάνα πρόχειρο φαγάκι. Αλλά είναι λίγος ο χρόνος που μένει, μικρή η βοήθεια που δίνει. Γκρινιάζει και ζηλεύει κι ο άλλος.

Οι εγγονές του θα ξινιστούν με τα δώρα. Λες και είναι βαλτές από τη μάνα τους να θέλουν το αντίθετο απ’ αυτό που τους φέρνει. Μια παγωμάρα νιώθει στο σπίτι του γιου του, κι ας το ’χουν ακριβά επιπλωμένο, κι ας έχουν γεμάτο το ψυγείο τους με άχρηστα πράγματα. Κάθε φορά που τον βλέπει είναι και πιο συννεφιασμένος. Πού πήγε το χαμόγελό του; Ήταν το πιο γελαστό παιδί στη γειτονιά.

Ξέρει ότι του κόστισε πολύ ο θάνατος της μάνας του. Όπως και σ’ εκείνον. Είχε ζωή ακόμα η έρημη. Κι αν δεν ζήσανε χρόνια στενεμένα, μ’ έπιπλα που σκάρωνε εκείνος από μαδέρια της οικοδομής, με φασολάδα και φακή πέντε μέρες τη βδομάδα. Μόλις ξεπετάχτηκαν τα παιδιά και στήσαν τις φαμίλιες τους, εκείνη άρχισε να μαραζώνει. Μπήκε το σαράκι μέσα της και την έτρωγε. Καρκίνος. Τότε την έμαθε κι αυτήν τη λέξη να την λέει με τ’ όνομά της, και όχι «η κακιά αρρώστια», «η παλιοαρρώστια», «εκείνη η αρρώστια». Μετάσταση, χημειοθεραπεία, πόνοι που την κάναν ένα μικρό κουβάρι στο κρεβάτι τους, και δεν ήξερε πώς να την γιατροπορέψει, πώς να σταλάξει λίγη ανακούφιση στην ψυχούλα της που έλιωνε μαζί με το κορμί της.

Ο γιος του κάλλιο το ’χει να τον έβαζε στο ίδιο μνήμα με τη μάνα του. Μόλις ανέβηκε στο χωριό και είδε τα νέα έπιπλα έκανε σαν τ’ αγρίμι. Βαρούσε επίτηδες τις καρέκλες με τα παπούτσια του, χάραξε την τραπεζαρία με τα κλειδιά του. Μα πιο πολύ έγινε θηρίο όταν έμαθε για την Σταματούλα. Του έβγαλε γλώσσα για τα γεράματά του, για τον εαυτούλη του που έστειλε τη μάνα του άδικα στον άλλον κόσμο, για τις ανέχειες που κέρασε την πεθαμένη για να χαίρεται τώρα όλα τα καλά με την γερομαιτρέσσα του. Μίλησε για προσβολές στη μνήμη της νεκρής, άνοιξε καταβόθρα και τελειωμό δεν είχαν οι νουθεσίες και οι χριστοπαναγιές. Και φυσικά του χρέωνε που δεν έμεινε στην Αθήνα, να είναι δίπλα στα παιδιά του, στα εγγόνια του, στην οικογένειά του, και ξενιτεύτηκε στο παλιοχώρι που δεν έχει έναν γιατρό για ώρα ανάγκης. Τον άφησε κι αυτός να μιλάει, και βγήκε έξω να σκαλίσει τον κήπο.

Ύστερα από τόσο κόπο, ιδρώτα και τρομάρα στα γιαπιά, με τ’ αγιάζι να πιρουνιάζει το κρέας του και το στόμα του να καταπίνει χώματα και τσιμέντα, είχε κάθε δικαίωμα ν’ αναπαύσει το κορμί του όπου θα έβρισκε μεγαλύτερη παρηγοριά. Βαρέθηκε να πίνει τον καφέ του με θέα στα βρακιά τής απέναντι, να προσέχει πίσω από την πλάτη του μήπως τον ληστέψουν τα πρεζόνια της γειτονιάς. Και κυρίως δεν άντεχε να ρουφάνε τα πλεμόνια του τον φαρμακωμένο αέρα από τα φουγάρα των εργοστασίων και τις εξατμίσεις των αμαξιών. Πήρε των ομματιών του κι έφυγε πίσω στο χωριό του.

Παράξενο του φαίνεται που έρχεται σαν ξένος, σαν μουσαφίρης στην πόλη όπου έφτιαξε το λίγο του βιος και μεγάλωσε τα παιδιά του. Ξέρει απ’ έξω τους σταθμούς, τα δρομολόγια, τις στάσεις ανάλογα με το συρμό. Καμιά φορά πιάνει λακριντί με τους ελεγκτές και τις καθαρίστριες που έχουν μάθει τη φάτσα του από τα πολλά πήγαιν’-έλα. Σήμερα είναι γεμάτο το τρένο, αλλά δεν έχει διάθεση για κουβέντες. Προτιμά να κάτσει ήσυχα στη θέση του και ν’ αγναντεύει έξω.
Στο μπροστινό κάθισμα μια γυναίκα μαλώνει το γιο της που γκρινιάζει, έτσι που είναι στριμωγμένος και δεν μπορεί να τρέξει και να κάνει σκανταλιές. Στην ηλικία του πρέπει να ήταν όταν ξεκίνησαν, παιδάκια, με τον αδερφό του από την Φλώρινα και φτάσαν μέχρι την Βέροια με τα πόδια. Χέρι-χέρι κάνανε μια τεράστια διαδρομή που δεν την θυμάται πια και απαγκιάσανε στο χωριό, όπου έμενε ένας μακρινός συγγενής τους. Αποδιωγμένοι από τη μητριά τους, αρνημένοι από έναν πατέρα που έβαλε κι άλλον μπελά στο κεφάλι του με τρία ακόμη αγόρια από τη δεύτερη νύφη του, κοίταξαν να μείνουν οι δυο τους οικογένεια και να τα βγάλουν πέρα, δουλεύοντας στα χωράφια και ζώντας σαν ψυχοπαίδια στην αποθήκη του συμπονετικού θείου.
Όταν οι τρυφερές παλάμες των άλλων παιδιών χούφτωναν την κιμωλία για να ζωγραφίσουν στον πίνακα τα γράμματα, όταν εκείνα μάθαιναν την αριθμητική με τον άβακα, αυτοί σκάλιζαν την αλφαβήτα της εργατιάς με την αξίνα και μετρούσαν τους κόπους τους με αυτά που γεννούσε ο κάμπος. Μεγάλωσαν απότομα, λες και τα ζωντανά μαζί με το αλέτρι τραβούσαν και τα χρόνια τους πιο γρήγορα από των άλλων. Αλλά ενώ αυτός έμεινε στην ψυχή του όπως τότε, ο αδερφός του έγινε πιο σκληρός κι από τ’ απότιστα χωράφια. Αυτός δεν καταδέχεται πια να μπαίνει στα τρένα με το λαουτζίκο, έχει τη λιμουζίνα του και πάντα πρώτη θέση στ’ αεροπλάνο.
Στ’ απέναντι καθίσματα το ζευγαράκι κοιμάται αγκαλιασμένο. Είπαν ότι είναι νιόπαντροι και κατεβαίνουν για μήνα του μέλιτος στην πρωτεύουσα. Έχουν ξεχάσει τον κόσμο γύρω τους και κρατούν τον έρωτα και τις ελπίδες τους στο θόλο της αγκαλιάς τους. Πόσα χρόνια, άραγε, έχουν περάσει από τότε που κατέβηκαν οικογενειακώς στην Αθήνα με το σαραβαλιασμένο ΚΤΕΛ του νομού Ημαθίας; Τότε τα χρόνια ήταν άλλα και δεν τολμούσε να την χαϊδέψει δημοσίως ή να την ξεκουράσει από το μωρό που της είχε κόψει ολημερίς τα χέρια. Ακόμη δεν είχαν κάνει τον γιο τους. Μόνο την Λένα τους κατέβασαν λεχούδι στη μεγάλη πόλη. Απόειδαν με τα νοικιασμένα χωράφια που ξεκίνησαν να καλλιεργούν. Τα μισά λεφτά τούς τα ’τρωγε ο μεσίτης και τ’ άλλα ο ιδιοκτήτης. Για να μην ξενιτευτούν όπως τόσοι και τόσοι και μάθουν τα παιδιά τους ξένη γλώσσα και άλλες συνήθειες, για να μην ξεχάσουν και οι ίδιοι τα ελληνικά, προτίμησαν την πρωτεύουσα. Στα ξένα θα ήταν δυο φορές ξένοι, στον τόπο τους θ’ άντεχαν το ξερίζωμα. Εκείνος είχε ήδη χάσει μια πατρίδα. Για την Αντιγόνη θα ήταν πιο δύσκολα, αλλά θα τα κατάφερνε. Ήταν παλικάρι η μακαρίτισσα, πάντα με το γλυκό τον λόγο και τις ιστορίες της από τα Ευαγγέλια.
Τα πιο σκληρά χρόνια, μα και τα πιο αγαπησιάρικα τα έζησε στο χωριό, και σε αυτό επέστρεψε μετά που πήρε σύνταξη, για να τον θάψουν στο νεκροταφείο του κάποια μέρα. Εκεί δεν μαζεύουν τα κόκαλα των νεκρών, αφήνουν τους τάφους να τους φροντίζουν οι συγγενείς, όσο μπορούν και θυμούνται. Όταν ήταν ακόμη παιδί, παίζανε κρυφτό ανάμεσα στα μνήματα, χαζεύανε τα ονόματα και φτιάχνανε ιστορίες με τους πεθαμένους. Αλλά σάμπως πόσο πρόλαβε να είναι παιδί; Από τότε ένιωθε μεγάλος. Παλικαράκι μόλις, κατάφερε κι έκανε καλό όνομα κι ας μην είχε στον ήλιο μοίρα. Ήξερε καλά το χωράφι, πολεμούσε αντρίκια τον καιρό και τα τερτίπια της φύσης. Κι έτσι ομορφοκαμωμένο που τον είχε φτιάξει η συχωρεμένη η μάνα του, πολλές τον αγάπησαν. Αυτός διάλεξε την Αντιγόνη που μπορεί να μην του ’δωσε προίκα, αλλά τα μάτια της είχαν μια καστανή καλοσύνη που τον ξεκούραζε. Άλλωστε δεν ήθελε να μπει στα στόματα του κόσμου ότι κατάντησε, μετά από τόσο ιδρώτα και μόχθο, σώγαμπρος και βολεμένος με τα έτοιμα. Καλύτερα η Αντιγόνη του παρά καμία πλούσια και απαιτητική γλωσσού.
Με την Σταματούλα είναι αλλιώς. Δεν θα κάνουν παιδιά μαζί ούτε θα παλεύουν για το καθημερινό, όλα όσα έδεναν κάποτε τα ζευγάρια. Έχει ησυχάσει το κεφάλι τους από τις παλιές φροντίδες και κοιτάνε να περνάνε το χρόνο που τους απομένει με καμιά βόλτα, κανένα ούζο στην Βέροια όταν έχει καλοκαιρία, μικρά πράγματα που τα στερηθήκανε για χρόνια. Είναι σίγουρος ότι και η Αντιγόνη δεν θα τον κακολογούσε, αν τον έβλεπε από καμιά μεριά. Και το βράδυ που πλαγιάζουν μαζί, έχει μια αγκαλιά και δυο πόδια να του ζεσταίνουν τα δικά του, που είναι μονίμως παγωμένα από τα κρύα που άρπαξε όλη του τη ζωή πάνω στις σκαλωσιές. Άδικος είναι ο γιος του, λες και δεν είναι δικό του αίμα.
Και να πεις ότι δεν του στάθηκε; Αν δεν τον έπαιρνε μαζί του στη δουλειά, δεν θα μάθαινε τα μυστικά της οικοδομής και δεν θα ήταν τώρα επιχειρηματίας. Ξέχασε που δεν σκάμπαζε τα γράμματα και δεν ξέραν τι θ’ απογίνει με τον ευέξαπτο και αψύ χαρακτήρα του; Η Αντιγόνη τον είχε μεγάλο καημό, ενώ η Λένα ποτέ δεν τους στεναχώρεσε. Μόνο τώρα, χωρίς να το θέλει το καημένο, έδωσε τέτοια πίκρα στον πατέρα της. Καλύτερα που πρόλαβε και πέθανε η μάνα της, γιατί είναι σίγουρος ότι δεν θα άντεχε να την βλέπει σε αυτά τα χάλια.
Την Λένα την σπουδάσανε, και καμαρώνανε που βγήκε γραμματισμένος κι από τη δική τους οικογένεια. Αλλά ο γιος του τα κατάφερε καλύτερα με το χρήμα. Μπορεί να μην του άφησε σερμαγιά για να ξεκινήσει, αλλά του έδωσε κάτι πιο βαρύ, ένα καλό όνομα στην πιάτσα για να πάρει τις πρώτες του εργολαβίες και να σταθεί στα πόδια του. Άξιος φάνηκε ο γιος του, παντρεύτηκε και μια κοπέλα από καλή οικογένεια κι όμορφη, για πετυχημένο τον βλέπουν οι συγγενείς. Μέχρι κι ο αδερφός του που δεν τον καταδέχεται πια, με τον ανιψιό του είναι πιο ανοιχτός. Το χρήμα, βλέπεις, μιλάει σε τέτοιους ανθρώπους και όχι το αίμα.
Τώρα θα κάτσει μια βδομάδα κι ας στραβομουτσουνιάσει ο άλλος. Κι αν μπορεί, θα πετάγεται και μέχρι την Λένα να της κρατάει συντροφιά. Θα λέει ότι πάει να συναντήσει στο καφενείο τούς σιδεράδες απ’ το παλιό του συνεργείο. Έτσι κι αλλιώς ξεσυνήθισε τα ντουβάρια. Δεν αντέχει πολύ μέσα στο σπίτι. Θέλει να βγαίνει και ν’ αγναντεύει το Βέρμιο, να παρακολουθεί την τροχιά του ήλιου που βάφει και με άλλα χρώματα την κάθε μέρα. Στην πόλη νιώθει σαν τα ζώα μέσα στο κλουβί.
Αγρότης, σιδεράς και μπετατζής, και τώρα απόμαχος χωριάτης. Αυτό το λογαριασμό κάνει για τη ζωή του σαν τον ρωτάει κανένας που τυχαίνει να κάτσει δίπλα του στο τρένο και πιάνουν τη συζήτηση. Πόσες ζωές δεν έχει γνωρίσει με αυτά τ’ ανεβοκατεβάσματα. Έτσι, για να ξεχνιέται και να βλέπει ότι και οι άλλοι έχουνε βάσανα ατέλειωτα, ότι δεν έχει μόνο αυτός μερίδιο στον πόνο. Και δεν είναι μόνο η Λένα του με την ανημπόρια της. Αυτή, είναι σίγουρος, θα το ξεπεράσει το κακό, θα το παλέψει και θα το χτυπήσει κάτω με γερά τα ποδάρια της. Η φυσιοθεραπεία πάει καλά και μπορεί τα χειρότερα να πέρασαν. Είναι και η ιατρική που προχωράει τρέχοντας αυτόν τον αιώνα. Κάτι θα βρουν για να γιατρέψουν την αρρώστια που βλάπτει τα νεύρα της θυγατέρας του. Είναι μαχητής η Λένα του, σαν την Αντιγόνη που στα τελευταία της, ακόμα και και τη μέρα που ξεψύχησε, του ζήτησε να την στήσει όρθια για να φτιάξει κολατσιό του γιου τους και μετά με τρεμάμενο χέρι τον σταύρωσε και τον αποχαιρέτησε για πάντα.
Πιο πολύ είναι το βλέμμα του γιου του που του κόβει τη χαρά. Εκείνος λέει ότι τ’ αντέχει όλα, όλα τα καταφέρνει με την εξυπνάδα και τη σκληράδα του. Αλλά χαρούμενος δεν είναι. Αυτός στα νιάτα του, που δεν είχε μήτε τους μισούς παράδες του γιου του, ένιωθε πιο ελαφρύς. Η σκιά του γιου του δεν τον ακολουθεί πια, μοιάζει να τον κουκούλωσε για τα καλά και λυτρωμό δεν φαίνεται να βρίσκει μήτε στη γυαλισμένη Μπε Εμ Βε του μήτε στις πιστωτικές κάρτες και στις μετοχές του. Και οι κουβέντες με τη γυναίκα του λιγοστές. Όταν πάει στην Αθήνα, η νύφη του κάνει παράπονα ότι είναι ολημερίς χαμένος ο κανακάρης του σε δουλειές, κι αυτή παλεύει με τα παιδιά τους μοναχή. Κι όταν βγαίνουνε βόλτα, πάει ο ένας μπροστά και η άλλη πίσω. Πώς κοιμούνται μαζί στο κρεβάτι; Δεν αγγίζονται, νέοι άνθρωποι που η σάρκα τους ακόμα διψάει;
Φτάνουν σε λίγο στον σταθμό, και ο μπόμπιρας από μπροστά δεν έχει αναπαμό. Η μάνα του δεν τον μαλώνει πια. Τον αφήνει να ξεμουδιάσει πάνω-κάτω στο βαγόνι, και χαμογελάει που τον κανακεύουν κάτι γριές στα πίσω καθίσματα. Ίσως αυτήν τη φορά να μπορέσει να ξεμοναχιάσει τον γιο του και να πούνε δυο λόγια. Ποτέ δεν μιλήσανε ανοιχτά και δεν ζει και η Αντιγόνη για να του πει μερικές κουβέντες, να τον βοηθήσει. Στις μέρες μας εύκολα καταπίνονται τα χιλιόμετρα σαν μένεις μακριά, μα η απόσταση στις ανθρώπινες καρδιές θέλει άλλα ποδάρια για να περπατηθεί. Ίσως αυτήν τη βδομάδα, αν φιλέψει τον γιο του με βούκες από τον γινωμένο καρπό της καρδιάς του, ίσως να πάρει κι αυτός με τη σειρά του ένα άλλο βλέμμα, ένα χάδι που ντρεπόταν τόσα χρόνια να ζητήσει.