Περιοδικό Μανδραγόρας, τεύχος 43, βιβλιοκριτική

Μια γυναίκα ζητά από το τρένο να αφηγηθεί τις ιστορίες του. Έτσι φτιάχνει ένα βιβλίο -θα ακολουθήσουν και άλλα;- όπου τα κεφάλαια-διηγήματα έχουν για τίτλους τον αριθμό της θέσης που κάθεται ο ήρωας και το βαγόνι μέσα στο οποίο ταξιδεύει. Οι ήρωες αυτοί είναι διαφορετικές περιπτώσεις μεταξύ τους, έχουν το κοινό όμως ότι ταξιδεύουν με το ίδιο τρένο και στη διαδρομή Αθήνα-Θεσσαλονίκη.

Ο παντρεμένος άντρας που βολεύεται στη θέση 4, βαγόνι 2 κάνει απολογισμό για μια ερωτική σχέση που μόλις τέλειωσε. Στη θέση 19, βαγόνι 5, παρατηρούμε μια φοιτήτρια  που συντηρείται από ένα πλούσιο ώριμο παντρεμένο άντρα, να νιώθει τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα για το συνομήλικο συνταξιδιώτη της. Ο συνταξιούχος οικοδόμος, που πηγαίνει να επισκεφθεί τα παιδιά του και έχει αποσυρθεί στο χωριό μαζί με μια συνομήλική του σύντροφο μετά το θάνατο της γυναίκας του, ταξιδεύει στη θέση 25, βαγόνι 1, ενώ η παντρεμένη παχουλή γυναίκα που ήρθε στην Αθήνα για να επισκεφθεί τη φίλη της, ξορκίζει τις παλιές μνήμες για τη ζωή του πληρωμένου έρωτα από όπου την έβγαλε ο άντρας που τώρα τιμά και σέβεται, κάθεται στη θέση 38, βαγόνι 2.

Ακόμη μαθαίνουμε για το νεαρό συγγραφέα διανοητή, που υπηρετεί τη θητεία του στη μακρινή Ορεστιάδα και αναλογίζεται τη δύσκολη γι’ αυτόν ζωή ανάμεσα στους φαντάρους και το μικρόνοο κλίμα του στρατοπέδου (Θέση 33, βαγόνι4). Στις θέσεις 34, 36 ,38, 40, 42, βαγόνι 5 κάθονται ο παππούς, η γιαγιά, η μαμά και ο μικρός Αλέξης που παρουσιάζουν ένα κομμάτι της οικογενειακής τους υπόθεσης ο καθένας από τη δική του οπτική. Επίσης, παρακολουθούμε δυο ακόμη άντρες -ο ένας νεαρός, ο άλλος ηλικιωμένος, Θέσεις 15-17, βαγόνι 5 που συζητούν. Ο γέρος δυνατά, ο νέος με εσωτερικό μονόλογο. η ζωή και το κουράγιο του ηλικιωμένου στο τέλος του διηγήματος εμψυχώνει τον απογοητευμένο νέο.

Άλλοι ξεκίνησαν από την Αθήνα και βολεύονται στις θέσεις τους. Άλλοι μπαίνουν στο δρόμο. Μαθαίνουμε πληροφορίες για τη ζωή τους, ο καθένας παρουσιάζει ένα κομμάτι από την ιστορία του και το τρένο προχωράει. Στο τέλος μιλάει και το ίδιο το τρένο: “[…] την κατάλαβα κι ας είχαν περάσει αρκετά χρόνια. και πρόσεξα που κρατούσε στα χέρια της ένα μεγάλο τετράδιο. Και πιο πολύ πρόσεξα τα μάτια της που διάβαζαν την αλφαβήτα των διαδρομών μας, τους καημούς των ανθρώπων την ώρα της αναμονής. Είδα το βλέμμα της που πάσχιζε ν’ ανοίξει κουβέντα με τα νέα τρένα, που ζητούσε επίμονα να της αφηγηθούν τις ιστορίες τους. Και έτσι αποχωρώ ησυχασμένο. Κι αν χάθηκαν τα δικά μου παραμύθια, θα υπάρξουν άλλα (συρμός 27) [σελ. 168].

Η γραφή της Δώρας Κασκάλη είναι ώριμη και η ματιά της καθαρή. Οι ήρωες ρεαλιστικοί ζούνε στην Ελλάδα του σήμερα και προέρχονται κυρίως από την περιφέρεια, όχι από την Αθήνα. Χωρίς εξάρσεις, η αφήγηση είναι συνεπής προς το όχημα, το οποίο επιλέγει η συγγραφέας για να την ενεργοποιήσει. Στο τρένο βρίσκει ο ταξιδιώτης το χρόνο να κάνει την εσωτερική του περιήγηση και να καταστρώσει τα σχέδιά του. Καθώς το τοπίο αλλάζει αργά-αργά, ο ταξιδιώτης προλαβαίνει να προσαρμοστεί στις αλλαγές και να προετοιμάσει τις δικές του.