Θέσεις 15-17, βαγόνι 3

Κάτσε, παλικάρι, να σε βοηθήσω. Πωπω, είναι βαριά η βαλίτσα σου! Βόλεψέ την δίπλα στην μπλε τη μικρή, τη δικιά μου. Έλα, εντάξει είσαι. Σαλονίκη μένεις; Λάρισα; Φοιτητής; Βρε να με πάρει, δεν είδα τη βέρα. Εγώ ανέβηκα από Λαμία. Πάω Σαλονίκη στην αδερφή μου, και με την ευκαιρία θα δω κι έναν καλό γιατρό για την καρδιά μου. Εσύ τι γυρεύεις από την Λάρισα στη συμπρωτεύουσα; Για δουλειά; Εμ, εσείς οι νέοι αλωνίζετε όλη την Ελλάδα. Εγώ στα χρόνια σου είχα στην καμπούρα μου δυο παιδιά στο σχολείο κι ένα στο Γυμνάσιο. Πού χρόνος για να ξεκολλήσεις απ’ τα χωράφια και την αγκούσα, από τα στόματα που αυγάταιναν μέσα στο σπίτι και περίμεναν να τα ταγίσεις. Χειμώνα καλοκαίρι δεν ήξερα στο χωριό. Αλλά έχεις δίκιο. Στην επαρχία πια δεν υπάρχουνε δουλειές για τους γραμματιζούμενους. Μόνο Ρουμάνοι κι Αλβανοί βοηθάνε στα χωράφια, παίρνουν κάνα μεροκάματο και πάνε παρακάτω. Εποχική δουλειά, τι να σου κάμει; Δεν βλέπεις προκοπή αν γυρνάς σαν τον τσιγγάνο. Μα και για τον ντόπιο, η δουλειά του αγρότη είναι σκληρή, πανάθεμά τη. Το είδα και στα μέρη μου που τα πιο πολλά παιδιά ρίχνουν μαύρη πέτρα και σπουδάζουν ό,τι να ’ναι, αρκεί να φύγουν απ’ τη μιζέρια. Εμείς τότε δεν ξέραμε από πανεπιστήμια και τα τέτοια. Δεν με ρώτησαν οι γονείς αν μ’ άρεζαν τα γράμματα. Με ζέψανε για τα καλά στ’ αλέτρι της ζωής και, ήθελα δεν ήθελα, όργωσα σαν το βόδι με κατεβασμένη την κεφάλα τα στέρφα χωράφια μας για να τα κάνω καρπερά. Με βάλαν μόνο να διαλέξω: χωράφια ή το κοπάδι. Εγώ με τα ζωντανά δεν μπορούσα, και τελικά με φάγαν οι σπορές και οι θερισμοί. Βρε, γνώμη για τίποτε δεν είχαμε στα νιάτα μου. Και να πεις για πολιτικά; Τώρα εσείς λέτε λεύτερα τι ψηφίζετε, κατεβαίνετε στους δρόμους και δέρνεστε με τους αστυφυλάκους. Εμείς πού να σηκώναμε κεφάλι. Στο σπίτι είχα τη ζωστήρα του πατέρα μου, στο σχολείο –ε, τέλειωσα κουτσά στραβά το Δημοτικό, αλλά μετά μ’ έκοψαν– είχα τη βίτσα του δάσκαλου, στην πλατεία την αγιαστούρα του παπά που μας την κουνούσε στη μούρη αν δεν εκκλησιαζόμασταν κάθε Κυριακή. Και λίγο που μεγαλώσαμε είχαμε το περίστροφο του ενωμοτάρχη. Εμείς ζήσαμε σε χρόνια δύσκολα, που ο αδερφός περνούσε απ’ το μαχαίρι τον αδερφό. Στο χωριό μας, όπως και σε όλη τη χώρα, οι μισοί ήταν με τον ένα και οι υπόλοιποι μισοί με τον άλλον. Πώς καταφέραμε και δεν φαγωθήκαμε κι αναμεταξύ μας οι συχωριανοί, είναι μεγάλο θάμα. Ευτυχώς που πεθάνανε οι πιο παλιοί και ταφήκανε η διχόνοια και τα μίση. Εμείς που στεκόμαστε ακόμα στα ποδάρια μας κι έχουμε τα λογικά μας, μονιάσαμε από χρόνια, μαζευόμαστε στον καφενέ και παίζουμε το ταβλάκι μας. Άντε να θυμώνουμε για τ’ αθλητικά και για τα κόμματα, αλλά χωρίς φωνές και κουρνιαχτό. Αυτά πάνε πια και πίσω δεν γυρνάνε. Στη δική μου φαμίλια κοιτάξαμε να τα έχουμε με όλους καλά. Έρχονταν οι αντάρτες, τους φιλεύαμε τα λίγα που είχαμε. Έρχονταν ξοπίσω τους τα φανταράκια του Εθνικού Στρατού, κερνούσε ο πατέρας μου κρασί απ’ τα βαένια και μεις, τα παιδιά, τους βάζαμε κλεφτά στ’ αμπέχονα κανένα ξερό σύκο. Ο πατέρας μου ήταν σκληρός άθρωπος, αλλά δίκαιος. Μας έλεγε: «Όλοι παιδιά μιας μάνας ήμαστε και μιλάμε την ίδια γλώσσα, κάμουμε τον ίδιο σταυρό». Μόνο αυτά μας δίδαξε. Γιατί εκεί στο χωριό, πού να μάθουμε από ιδέες και μεγάλα λόγια. Τόσα κολλυβογράμματα μάθαμε, τόσα κατέβαζε η κούτρα μας. Εμείς πιο καλά θέλαμε να τα έχουμε με τον καιρό, για να μην μας χαλάει τους ιδρώτες μας με τις νεροποντές και τα ξαφνικά χαλάζια. Γελάς, ε; Κάμαμε και μεις το χρέος μας, παλικάρι μου. Τόσα αγαθά από τα χέρια μας βγήκανε και χόρτασε ο κόσμος ψωμάκι. Μείναμε εμείς στα ψωροχώρια και στέλνουμε ακόμη τα στάρια, τα λάχανα και τις ελιές μας σε όλους αυτούς που παστώνονται στις πόλεις και καμώνονται τους πρωτευουσιάνους. Εμείς δεν θα γράψουμε ιστορία πουθενά. Δεν θα μας στήσουν κάνα άγαλμα. Ξέρουμε ότι ήρθαμε σε τούτη τη ζωή για να μας κλάψουν οι λίγοι συγγενείς. Αλλά δεν κλέψαμε, δεν αδικήσαμε για το χρήμα, δεν σκοτώσαμε για να κάμουμε όνομα γενναίου. Παλικάρι μου, όλοι σ’ αυτή τη ζωή έχουμε ένα σκοπό, αλλά δεν είναι εύκολο να ξέρεις από τα μικρά σου ότι δεν θα γένεις μήτε γιατρός μήτε δικεγόρος μήτε μεγάλος και τρανός. Εγώ και πολλοί σαν και μένα μικρύναμε τα όνειρά μας. Κι αν είχαμε ποτέ και όνειρα. Μας τσάκισαν και τα χρόνια κείνα. Νοθείες, χούντες, όλα κατακέφαλα μας ήρθαν. Και να σκύβουμε συνέχεια όλο και πιο χαμηλά το κεφάλι και να σφίγγουμε τα δόντια, να μην παρατήσουμε τους γέρους και τους συγγενείς και πάμε στην ξενιτιά. Κρατήσαμε εφτά χρόνια, παλικάρι μου, με το φόβο του αστυνόμου στην κεφάλα μας, αλλά με το φόβο της πείνας ζήσαμε όλη μας τη ζωή. Εμείς τότε δεν ξέραμε από καλοπέραση κι ακριβά ρούχα. Δεν διαλέγαμε πάπλωμα πιο μεγάλο απ’ το μπόι μας. Τα κρεβάτια μας ήταν σκληρά και οι κουβέρτες τραχιές και μας χάραζαν τα μούτρα. Μερικές φορές θυμώνουν τα παιδιά μου, σαν τους λέω ότι έπρεπε να έρθουν οι συνταγματάρχες για να γένει ένας δρόμος της προκοπής μέχρι το χωριό και το γιοφύρι που μας γλίτωσε από ποδαρόδρομο μέσα στα κατσάβραχα. Για χρόνια και πριν και μετά τη χούντα μάς είχαν ξεχασμένους. Δεν ήμασταν και κανένα χωριό της προκοπής: πολλοί δικοί μας φευγάτοι στην Αμερική και άλλοι τόσοι μεροκαματιάρηδες στην Αθήνα. Πάει το χωριό. Φύρανε για τα καλά. Κάτι γέροι ξεμείναμε πια και μερικοί απ’ τους Αμερικάνους που έρχονται και περνούν εδώ τα καλοκαίρια τους και μετά πάνε στο Σικάγο και την Αστόρια και ξεχειμωνιάζουν.

 Ίσως είναι καλύτερα που έχει συντροφιά. Προσέχει το χαρακωμένο απ’ τις ρυτίδες πρόσωπο του ανθρώπου που κάθεται δίπλα του. Το στόμα αλέθει ήρεμα τις λέξεις και στην τελεία κάθε πρότασης τα χείλη του τραβιούνται σ’ ένα πλατύ χαμόγελο. Είχε καιρό να δει ένα τόσο ψυχωμένο χαμόγελο που απλώνεται απ’ το κακοξυρισμένο πιγούνι μέχρι τα λαμπερά γαλάζια μάτια. Και οι κουβέντες του νεράκι καθαρό, ένα μικρό ποτάμι που αρδεύεται από την ίδια την πηγή της ζωής. Τον ρωτάει τα τυπικά, καταγωγή, δουλειές, οικογένεια, μα πιο πολύ του αρέσει να μιλάει για τον ίδιο. Χωρίς καμία πόζα, κανέναν εγωισμό ιστορεί τα δικά του, λες και θέλει ν’ αφήσει μάρτυρες για το πέρασμά του σε τούτο τον κόσμο, για να μην ξεχαστεί.Του είπε μέσες-άκρες για τον σκοπό του ταξιδιού του. Ο γέροντας δεν ρώτησε πολλά. Είχε στο νου του να πει τα δικά του βάσανα τότε που ήτανε νέος. Ανάσανε για λίγο. Η ερώτηση της δουλειάς τον ξεβόλευε αφάνταστα τους τελευταίους μήνες. Την απόφαση για το φευγιό του την πήρανε μαζί με την Αναστασία. Οι γονείς της γκρίνιαζαν, οι συγγενείς ψιλορωτούσαν. Στο τέλος, ντράπηκε κι αυτή κι αναγκάστηκε να τους πει ψέματα ότι είναι στις συζητήσεις με μια μεγάλη εταιρεία στη Σαλονίκη, για μια δουλειά καλύτερη απ’ αυτήν που έχασε. Θα μείνει αυτό τον μήνα στον αδερφό του. Θα βάλει κάτω τα πράγματα, θα πάει να βρει κι ένα-δυο γνωστούς. Και οι αγγελίες στη Σαλονίκη είναι περισσότερες απ’ ό,τι στη Λάρισα. Πάντως, δεν θα προσπέσει ξανά στον πεθερό του. Μια φορά έκανε το λάθος και εκείνος τον έστειλε στο μεγαλέμπορο το φίλο του, ένα καλό κουμάσι που πήγε να του ρουφήξει το αίμα, να τον κρατάει στην επιχείρηση δωδεκάωρο και βάλε, και να του δίνει οχτακόσια ευρώ και με λειψά ένσημα. Καλυτέρα να ζητήσει μια ευκαιρία από τους ξένους. Ποτέ πια από γνωστούς και συγγενείς. Ο πεθερός του καμώνεται ότι έχει τα μέσα στη Λάρισα, ενώ οι γονείς του στ’ Αγρίνιο είναι δύο ανθρωπάκια του Θεού χωρίς πρόσωπο στην κοινωνία. Τα είδε τα περίφημα τα μέσα του. Πήγε στον πολιτευτή, ο οποίος υποτίθεται ότι τον έχει αδερφό, για να του ζητήσει μια θεσούλα για τον άνεργο γαμπρό του και του πέσαν αμέσως τα μούτρα. Πριν προλάβει ν’ αρθρώσει κουβέντα, ο εθνοπατέρας του ξέκοψε οποιαδήποτε βοήθεια. Του εξήγησε ότι ήταν χαλεποί οι καιροί, ότι προηγούνταν άνθρωποι που θα του έφερναν ίσα με χίλιους σταυρούς, που είχαν στο χέρι τους ολάκερα χωριά στον κάμπο. Τον πεθερό του τον αγαπούσε και τον εκτιμούσε, αλλά πάνω από δέκα, άντε είκοσι σταυρούς δεν μπορούσε να του φέρει στο κόμμα. Καθαροί λογαριασμοί για εντιμότατους φίλους.

 Το μεγάλο το γιο τον κράτησα στο χωριό κι ανάλαβε τα χωράφια. Του έδωκα το σπίτι, τον πάντρεψα με μια καλή κοπέλα απ’ τα μέρη μας, κι έτσι στάθηκε στο ποδάρι μου, να μην πάνε χαμένοι οι κόποι των παππούδων του που άφησαν την ψυχούλα τους σε τούτα τα χώματα. Εγώ, όσο και να την αγαπάω την πλανεύτρα τη γη, δεν έχω τα παλιά κουράγια. Και πάλι πάνω στο τρακτέρ με βρίσκει ο πρώτος κόκορας ή να ξεβοτανίζω τον κήπο που έχουμε μπροστά απ’ το σπίτι μας. Ευλογία είναι τα πρωινά: η γριά μου μέσα να ψήνει το καφεδάκι κι εγώ, αφού νιφτώ με το κρύο νερό της γούρνας, να κάνω το σταυρό μου για τη νέα μέρα που έδωσε ο Θεός και χαίρονται τα μάτια μας. Τυχεροί είμαστε που ζήσαμε τόσα χρόνια, αναστήσαμε τα παιδιά μας, είδαμε εγγόνια. Τι άλλο να θελήσουμε από τούτη τη ζήση. Όλα τα καλά τα έχουμε. Δε λέω, μου λείπουνε τ’ άλλα μου τα παιδιά, αλλά το κρύβω απ’ τη γυναίκα, γιατί φαρμακώνεται σαν τους σκέφτεται μακριά. Η κόρη κι ο μικρός ο γιος πήγανε στην Αθήνα. Ξωθιά η άτιμη, τους μαγεύει όλους. Η κόρη κατάφερε κι έβγαλε το λύκειο, μπήκε σε μια σχολή κι έμαθε τα λογιστικά. Παντρεύτηκε κι ένα καλό παλικάρι, δημοτικός υπάλληλος ο γαμπρός, και μένουνε στον Πειραιά. Καλή τους ώρα, μια χαρά βόλεψαν το σπιτάκι τους, πήρανε δάνειο και γένανε νοικοκύρηδες, κάμανε και τα παιδάκια τους, όλα με τη σειρά τους. Ο μικρός ο γιος, το καμάρι της μάνας του, το στερνοπούλι μας, κεφάλι αγύριστο απ’ τα γεννοφάσκια του, δούλεψε οικοδομή καμιά πενταετία και μάζεψε παράδες για να μπορέσει να σπουδάσει. Σαν τέλειωσε το λύκειο τού ’βαλα όρους, να του δώκω να γένει γεωπόνος και να γυρίσει πίσω. Το χωριό, τα μέρη μας χρειάζονται έναν επιστήμονα που να είναι από τον τόπο, να στεριώσει εκεί και να τον πονάει. Το ζεβζέκι σαν είπε όχι, όχι. Νόμισα και γω ότι θα κουραζόταν απ’ το μόχτο και θα παρατούσε το πείσμα, το χαμαλίκι στις οικοδομές και την Αθήνα και θα γύριζε στη φωλιά του. Αλλά πάνω στα πέντε χρόνια μας το ξεφούρνισε πως πέρασε στις εξετάσεις και μπήκε στη Φιλοσοφική. Τώρα είναι καθηγητής σ’ ένα φροντιστήριο στο κέντρο, κάμει, όμως, και το διδαχτορικό του. Ο μικρός δεν αρέζεται με τίποτε. Είμαι σίγουρος ότι είναι καμωμένος για μεγάλα πράματα, ότι έβαλε στο νου του να γένει μέσα στα πανεπιστήμια δάσκαλος τρανός. Θάμα η δική μας η φαμίλια να βγάλει έναν άθρωπο των γραμμάτων.

 Ήθελε να του πει ότι αυτά τα περίφημα γράμματα τον έκαναν μετανάστη στον τόπο του. Στο Αγρίνιο δεν είχε μέλλον. Το μπακαλικάκι του πατέρα του έκλεισε μόλις άνοιξε στη γειτονιά το πρώτο σούπερ μάρκετ. Πάλι καλά που πρόλαβε ο γέρος του κι έβγαλε μια συνταξούλα, έχουνε και το περιβόλι τους και τα κουτσοκαταφέρνουν. Αυτός κοίταξε να περάσει στην Πάντειο Κοινωνικές Επιστήμες. Σκεφτόταν να φύγει στην Αγγλία μετά, ως φοιτητής είχε περγαμηνές, αλλά γνώρισε την Αναστασία και βρέθηκε στην καρδιά του Θεσσαλικού κάμπου να παραδίδει ιδιαίτερα μαθήματα σε ντουβάρια και να ψευτοδουλεύει σε μια εταιρεία που έκλεισε σύντομα. Όταν βρήκε τη δουλειά στο φιλανθρωπικό ίδρυμα, πίστεψε ότι επιτέλους του χαμογελούσαν η τύχη και οι άνθρωποι. Πέρασε πανηγυρικά τρεις συνεντεύξεις και μια γραπτή εξέταση κι έπιασε δουλειά προϊσταμένου. Μπορεί να ήταν με σύμβαση, αλλά πίστευε ότι η συνέπεια στην εκτέλεση των καθηκόντων του, η αγάπη που έδειχνε στους εργαζόμενους, όπως και η αφοσίωση στο υψηλό έργο που επιτελούσαν οι φιλάνθρωπες και υπερπλούσιες κυρίες της Λάρισας δεν θα περνούσαν απαρατήρητες. Αλλά κάτι οι επικείμενες εκλογές κάτι οι εκδουλεύσεις που ήθελαν να κάνουν σε μερικούς απαιτητικούς και φιλόδοξους βουλευτές οι φιλάνθρωπες και σύζυγοι μεγαλοεργολάβων με ειδικότητα στην ανάληψη δημοσίων έργων, βρέθηκε αυτός ύστερα από τρία χρόνια με μια υμνητική συστατική επιστολή στο χέρι, ένα άτσαλο ευχαριστώ της προέδρου του Δ.Σ. και το παράσημο του άνεργου. Και τη δουλειά του όλο και κάποιο εκλεκτό τέκνο των κομματαρχών θα την αναλάμβανε. Τι να καθίσει να πει στον άνθρωπο για τα γράμματα. Αυτός μέσα στην απλότητά του ζει ζωή χαρισάμενη. Εξάλλου έφαγε πια τα ψωμιά του, τακτοποίησε τις υποχρεώσεις του, στέκεται στο κατώφλι του θανάτου χορτασμένος. Τι να του πει για τα δικά του σχέδια που νιώθει ν’ αναβάλλονται συνεχώς, για το παιδί που θα ’θελε να αποκτήσουν κάποια στιγμή αλλά δεν μπορούν με τις παρούσες συνθήκες. Σε τούτα τα χρόνια που αλλάζουν απότομα τα δεδομένα της ζωής τους, νιώθει να χτίζει σε κινούμενη άμμο. Ούτε στον εαυτό του δεν τολμά να ομολογήσει την ντροπή που νιώθει όταν στήνεται στην ουρά για τα τετρακόσια ευρώ του επιδόματος ανεργίας. Έφτασε στα τριάντα πέντε του, μετά από όνειρα και σπουδές, ν’ απλώνει το χέρι στη συμπόνια του κράτους, που ξέρει να πετάει ξεροκόμματα, αφού δεν μπορεί να εξασφαλίσει δουλειές και ευημερία στους πολλούς. Ο παππούς μιλάει τώρα στο κινητό με τη γυναίκα του. Κοντοστέκεται να πάρει ανάσα και μετά φωνάζει πιο δυνατά, για να τον ακούσει η γριά του που από τα χρόνια έγινε κι αυτή περήφανη στ’ αφτιά. Μόλις τελειώνει το τηλεφώνημα, παλεύει να κλείσει το μαραφέτι που του έδωσε ο γιος του για να παιδεύεται. Η Αναστασία δεν του τηλεφώνησε μέχρι τώρα. Μια στενοχώρια τού τριβελίζει την καρδιά όλες αυτές τις μέρες. Μπορεί να χάρηκε που η γυναίκα του είναι δίπλα του και τον στηρίζει, ότι πρώτη αυτή τού πρότεινε τη Σαλονίκη για να ψάξει για δουλειά, αλλά του κακοφάνηκε κιόλας που δεν θα της λείψει τόσο καιρό. Αυτή κάποτε δεν άντεχε μέρα μακριά του. Όταν παλιότερα της πρότεινε να φύγει στην Αγγλία και να βολευτεί εκεί, να ξεκινήσει το μεταπτυχιακό του, να πιάσει μια δουλειά και να την καλέσει να πάει να τον βρει, γέμισαν δάκρυα τα μάτια της κι άρχισε να τον ρωτάει επίμονα αν της ζητούσε να χωρίσουν. Για εκείνη ξέμεινε στην Ελλάδα, για εκείνη πήγε σε μια πόλη ξένη που δεν θ’ αγαπήσει ποτέ του. Και τώρα εκείνη μπορεί να περνάει τις μέρες της χωρίς αυτόν, να έρχεται μόνο τα σαββατοκύριακα να τον βλέπει ή να πηγαίνει αυτός στο σπίτι τους, κάθε φορά και πιο αποξενωμένος από πριν. Κι αν βρει δουλειά στη Σαλονίκη; Θα πηγαινοέρχεται με το τρένο, χαμένες ώρες στο από και το προς, δυσκολίες που δεν ξέρει πόσο έτοιμοι είναι και οι δυο τους για να τις αντιμετωπίσουν, αν θα τις αντέξουν, αν θα τις ξεπεράσουν ή αν θα τους ξεπεράσουν.

Κάτσε να πάρω το χάπι μου που το ξέχασα. Όλο μου τηλεφωνάει η γριά μου να μου το θυμίσει. Έδωκε οδηγίες και της αδερφής να έχει το νου της με τον ξεχασμένο. Η αδερφή μου, η λαφίνα μου. Τόσα χρόνια ανταμώνουμε Πάσχα ή Χριστούγεννα, σαν έρχονται για λίγες μέρες στο χωριό. Μας το πήρε το κορίτσι ο Μπάμπης. Είχε μια ευμορφιά νεράιδας στα νιάτα της. Ήρθε το γιατρουδάκι στα μέρη μας να μας γιατροπορέψει και λαβώθηκε απ’ τα κάλλη της. Την πήρε τελικά μαζί του πάνω στο βορρά και χαλάλι του, γιατί την έχει σαν τα μάτια του. Άξια οικογένεια, έβγαλε άξια παιδιά, σπουδαγμένα και τα δυο στις Αμερικές. Γιατροί και οι δυο γιοι, ο ένας γυναικολόγος με μεγάλο γιατρείο στην Τσιμισκή, ο άλλος ουρολόγος στο πανεπιστήμιο. Μεγαλεία η Αννούλα μου. Όταν πάω καμιά φορά στη Σαλονίκη, μαζεύονται τα εγγόνια, μια ζουμπουρλού που ’χει τ’ όνομά της και τα δίδυμα, και με ρωτάνε για το χωριό, με βάζουν να τους λέω ιστορίες για το δάσος με τις ξωτικές και το στοιχειωμένο γιοφύρι που ρίχνει στα φουσκωμένα νερά του ποταμού τα παλικάρια σαν έχουν κρίμα στο λαιμό τους. Τα έρημα δεν ξέρουν μήτε τ’ ονόματα απ’ τα δέντρα και τα πουλιά, μήτε καταλαβαίνουν σαν τους λέω για τα λούλουδα και τα οπωρικά που φυτεύουμε στους κήπους και τα περβόλια. Ανοίγουν τα ματάκια τους και ρουφάνε τα λόγια μου σαν το νεράκι. Πού να μάθουν μέσα στα μπετά πώς καρπίζει η γη την άνοιξη, πώς κοιλοπονάει τους σπόρους και δίνει μίσχους και φύλλα κι ανθάκια χρωματιστά. Αυτή η γη που μας παιδεύει για να της πάρουμε τη γκαστριά της, να την κάμουμε φαΐ για τους πεινασμένους, τόσα χρόνια είναι για μένα πράμα μυστήριο. Οι ναυτικοί έχουν τη θάλασσα κι εγώ τα σταροχώραφα που χρυσίζουν σαν τα πελάγη κάτω απ’ την πυρά του ήλιου. Μέχρι και την τελευταία μου μέρα, παλικάρι μου, δεν θα πάψω να θαμάζω αυτό το δώρο. Κι αυτή η μέρα δεν είναι μακριά. Η γριά μου δεν ξέρει τίποτε. Θα με πάει ο γαμπρός μου σ’ έναν καρδιολόγο, αλλά μου ’κοψε τις ελπίδες από τα πριν. Είναι κι αυτός παθολόγος έμπειρος και ξέρει. Δεν υπάρχει γιατρειά για την καρδιά μου. Την κούρασα πολύ όλα τα χρόνια, και τώρα πήραν να σκουριάζουν τα γρανάζια της. Τα φάρμακα δεν με κάμουν καλά κι αν μ’ ανοίξουν μπορεί να μείνω στον τόπο. Θα μου πεις, γιατί πηγαίνεις στον γιατρό, αφού ελπίδες δεν υπάρχουν; Για τη λαφίνα μου πηγαίνω στη Σαλονίκη κι όχι για τους γιατρούς και τις διαγνώσεις τους. Θέλω να την αποχαιρετήσω, να της φιλήσω τ’ άσπρα της μαλλάκια, να πω τα στερνά μου παραμύθια στ’ εγγόνια της και ύστερα να γυρίσω στο σπίτι μου. Εκεί στο σπίτι μου θέλω να κλείσω τα μάτια μου και να ’χω στο πλευρό μου τη γυναίκα, το γιο, τη νύφη και τα εγγόνια μου. Κι αν προλάβω, να στείλω να φωνάξουν και τους ξενιτεμένους μου στην Αθήνα. Να τους έχω όλους τριγύρω μου. Αν ήταν να διαλέξω, κάλλιο θα το ’χα να παραδώσω την ψυχή μου την ώρα που θα μπαίνει απ’ τη χαραμάδα του παντζουριού το πρώτο φως του ήλιου. 

 Βαριανασαίνει και δεν μιλάει πια. Κι όμως, στο πρόσωπό του έχει μείνει αυτό το πλατύ χαμόγελο. Ο άνθρωπος σκέφτεται τη στιγμή του θανάτου του, κι όμως συνεχίζει να χαμογελά. Νιώθει ξαφνικά πιο γέρος απ’ το συνεπιβάτη του. Άφησε τις αναποδιές να τον πάρουν από κάτω και τις κοινωνικές συμβάσεις να τον γεμίσουν άχρηστες ενοχές. Τον πιάνει μια επιθυμία ν’ ακούσει τη φωνή της Αναστασίας. Δεν θέλει πλέον να περιμένει εκείνη να του δώσει ένα σημάδι ότι τον σκέφτεται, ότι δεν μπορεί μακριά του. Μ’ αυτούς τους μπακαλίστικους υπολογισμούς χάνουν, τελικά, οι περισσότεροι τη ζωή τους και δεν καταφέρνουν να έχουν μήτε μια στιγμή πλέριας ικανοποίησης. Την καλεί ανυπόμονα και την ίδια ώρα βλέπει πάνω στο τζάμι το παγωμένο πρόσωπό του να σπάζει κομμάτια-κομμάτια σχηματίζοντας ένα άγουρο χαμόγελο που θα πασχίσει από δω και μπρος να φυτέψει με υπομονή στο κέντρο του κεφαλιού του.

Advertisements

One thought on “Θέσεις 15-17, βαγόνι 3

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s