Κριτική Παναγιώτη Γούτα:Η γοητεία των τρένων και της αφήγησης, Περιοδικό “Παρέμβαση”, τχ. 154, Φθινόπωρο 2010

Ένα ταξίδι µε τρένο συνήθως είναι µια συναρπαστική, γοητευτική εµπειρία. Κάποιες φορές, βέβαια, µπορεί να φανεί µονότονο ή πληκτικό. Το ίδιο συµβαίνει και µε την τέχνη, όταν πραγµατεύεται τρένα ή διαδροµές ανθρώπων µέσα σ’ αυτά. Τρένα, αποβάθρες, ράγες, κουπέ και σταθµοί αξιοποιήθηκαν έως τώρα από τους κινηµατογραφιστές, τους ζωγράφους ή τους λογοτέχνες κατά κόρον, άλλοτε µε επιτυχία, άλλοτε όχι. Η ∆ώρα Κασκάλη, στην πρώτη της λογοτεχνική απόπειρα, που
τιτλοφορείται «Στο τρένο», καταπιάνεται µε ιστορίες ανθρώπων που ταξιδεύουν µε τρένα, σκάβοντας βαθιά µε την πένα της στους χαρακτήρες και στην ψυχοσύνθεσή τους.
Οι ήρωες της συγγραφέως είναι καθηµερινοί, γήινοι και κουβαλούν µέσα τους τα µικρά ή τα µεγάλα τους προβλήµατα. Ένα υψηλόµισθο στέλεχος επιχείρησης, παντρεµένος, που αναπολεί µια παράνοµη σχέση του µε µια υπάλληλο της επιχείρη σης, την εποχή που ήθελε να γλιτώσει από τα «χλιαρά σεντόνια της γυναίκας του». Μια φοιτήτρια που το παίζει, ερωτικά, σε πολλά ταµπλό. Έχει δεσµό µε κάποιον πλούσιο πενηντάρη, κτητικό απέναντί της, αλλά φλερτάρει και τον φοιτητή µε τον οποίον συνταξιδεύει, αφήνοντάς του περιθώρια ερωτικού σµιξίµατος, σε µια µελλοντική συνάντησή τους στο Λονδίνο, όπου εκείνος θα σπουδάσει. Ένας χήρος ηλικιωµένος (πρώην αγρότης, σιδεράς και µπετατζής, και τώρα απόµαχος χωριάτης), µε κόρη που πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας, που επισκέπτεται τον παντρεµένο γιο του, για να καλυτερέψει τις σχέσεις του µαζί του. Μια πρώην ιερόδουλος που επισκέπτεται απότην Λάρισα στην Αθήνα την κουµπάρα της, και που σε όλη την διαδροµή αναπολεί τα νιάτα της και τις παλιές της αµαρτίες -εκπορνευόταν κάποτε
σε τρένα, την ώρα της διαδροµής. Ένας ευαίσθητος φαντάρος, πτυχιούχος φιλοσοφικής, που ταξιδεύει από τον Έβρο στην Αθήνα, και για τον οποίον, προς το τέλος της ιστορίας, πληροφορούµαστε για κάποια αποκλίνουσα ερωτική συµπεριφορά του, που όµως δεν επιθυµεί να επαναλάβει στο µέλλον. Ένα ζευγάρι ηλικιωµένων µε την διαζευγµένη κόρη τους, τον εγγονό και τον γιο τους που ταξιδεύουν στην Κατερίνη, για να συναντήσει ο χωρισµένος πατέρας του παιδιού τον γιο του. Η συνάντηση ενός άνεργου, σπουδαγµένου, λιγοµίλητου νέου µε έναν πρόσχαρο και οµιλητικό επαρχιώτη, απόµαχο της ζωής, που οπλίζει τον πρώτο µε δύναµη και υποµονή για να αντεπεξέλθει τις δυσκολίες της ζωής του. Και -εν είδει επιµυθίου- ο µονόλογος ενός παλιού, πολυχρησιµοποιηµένου, παροπλισµένου συρµού, τη στιγµή που οδηγείται στο νεκροταφείο των τρένων.
Οι ιστορίες, στη συντριπτικήτους πλειοψηφία, είναι καλογραµµένες, ισορροπηµένες, άµεσες και πειστικές. Μέσα από αυτές, φαίνεται πως η συγγραφέας γνωρίζει καλά το ερωτικό παιχνίδι, µε τις απιστίες, τις ζηλοτυπίες, τη θεατρικότητα, τα όρια του πάθους και τις αλλοπρόσαλλες αντιδράσεις των πρωταγωνιστών της. Τα διηγήµατα θυµίζουν µικρού µήκους ταινίες του ασπρόµαυρου γαλλικού σινεµά, όπου σε ένα αµετάβλητο, βουβό σκηνικό, όπως το βαγόνι ενός τρένου, λίγα λέγονται, πολλά υπονοούνται και υποδηλώνονται, ενώ οργιάζει η φαντασία, η νοσταλγία, το πάθος και η αναπόληση. Στο τέλος των ιστοριών δίνεται πάντα µια µικρή, ορατή διέξοδος στο πρόβληµα των ηρώων, και πάντα ο αναγνώστης διακρίνει κάτι το ενθαρρυντικό και αναστρέψιµο. Ωστόσο, αυτή η διέξοδος φαντάζει προσωρινή και παροδική, σε σηµείο που να µην µπορούµε να µιλάµε για αίσια έκβαση κάθε µεµονωµένης ιστορίας.
Στα αρνητικά του βιβλίου, κάποιες υπερβολικά διατυπωµένες φράσεις (όλη η περιγραφή της λεπτότητας της µορφής του φαντάρου, σελ. 86 και σελ. 89), κάποιες στοµφώδεις και υπερβολικές αναφορές εν γένει, και µια µικρή προτίµηση στην ιδιότροπη λέξη, που δεν λειτουργεί πάντα πετυχηµένα. ∆εν είναι τυχαίο που σχεδόν όλα τα αδύνατα σηµεία της Κασκάλη είναι συγκεντρωµένα στην ιστορία της µε τον φαντάρο, που ταξιδεύει από τον Έβρο στην Αθήνα. Παρότι το διήγηµα έχει αρετές, εν τούτοις αποτυπώνει τη γυναικεία µατιά για τον στρατό (διανθισµένη µε άφθονες κοινοτυπίες), που φαντάζει στα µάτια της συγγραφέως άκρως απωθητικός, δίχως όµως να τεκµηριώνεται επαρκώς αυτή της η άποψη.
Νοµίζω πως αν η Κασκάλη διακρίνει τις µικρές της αδυναµίες και τις διορθώσει, στο µέλλον θα εξελιχθεί σηµαντικά, αφού η πρώτη λογοτεχνική της κατάθεση είναι κάτι περισσότερο από ενθαρρυντική.

Advertisements