trainspotting

Εφτά ιστορίες σε ένα βαγόνι τρένου, διαφορετικού ( ; ) κάθε φορά, που κάνει τη διαδρομή πάνω στον αρχέγονο άξονα Πύθιο-Σταθμός Λαρίσης. Τόσο αρχέγονο όσο και οι κινητήριες δυνάμεις κάτω και πίσω από κάθε ιστορία και τον πρωταγωνιστή της : love-sex-death. Love-sex-death ; Τόσο εμμονικός που παντού βλέπεις τα φαντάσματά σου; Ούτε ειδικός, ούτε -πολύ περισσότερο- κριτικός εξ απαλών ονύχων μπορώ να δηλώσω. Ούτε καν συνειδητοποιημένος αναγνώστης, δεν είμαι το τυπικό δείγμα αυτής της θαυμαστής συνομοταξίας που μπορεί και καταπίνει λέξεις μεταμορφώνοντάς τες σε food for thought. Παρατηρητής ναι, αυτό ίσως και να ‘μαι, περισσότερο με την έννοια αυτού που έβλεπε τις λέξεις να περνούν και μετά σκεφτόταν τις εικόνες που είχε φυλαγμένες στο δικό του φλόπυ ντισκ, είναι τόσο παλιές άλλωστε που κανείς ελπίζω να μην έχει απαίτηση για cd’s ή για έναν αξιοπρεπούς χωρητικότητας εξωτερικό σκληρό. Και εικόνες «Στο Τρένο» είχε πολλές που κάναν καλή παρέα με τις δικές μου, τις από καιρό γκριζαρισμένες. Με πολλούς από όσους η Δώρα Κασκάλη σιγά σιγά γεμίζει τη λευκή σελίδα -σαν άλλος σκιτσογράφος αστυνομίας, από αυτούς τους καλούς ασπρόμαυρους παλιάς κοπής- , διασταυρώθηκα. Είμαι σίγουρος. Είτε στο ίδιο βαγόνι βρεθήκαμε, είτε έβγαζα εισιτήριο πριν ή μετά από αυτούς. Πάνε πάρα πολλά χρόνια από τότε -κοντεύουν εικοσιπέντε που δεν ανέβηκα τα σκαλιά τρένου που μιλάει ελληνικά- και τα χαρακτηριστικά του προσώπου τους μπορεί , σίγουρα, να άλλαξαν μα η μυρωδιά τους όχι. Η μυρωδιά από το μέσα τους δεν αλλάζει ποτέ, είτε κατεβαίνουν στην κόρη στην πόλη, είτε στον «καλό» γιατρό, είτε ανηφορίζουν για το στρατόπεδο, είτε για να βρουν γνώριμο δέρμα και να καταθέσουν -έντοκα, όπως η μακρόχρονη απουσία επιβάλλει- λίγο κλεμμένο από αλλού σπέρμα. Αυτή την απουσία υποθέτω πως γεφυρώνουν δυο ράγες παράλληλες μεταξύ τους. Δυο ράγες που για μένα δεν ήταν ποτέ τίποτε περισσότερο από μια μακρόστενη γκαλερί, με τόσες κορνίζες όσα και τα παράθυρα ενός τρένου που ανεβοκατεβαίνει σε μια χώρα που έχει ανάγκη από φλου εικόνες και ανώνυμους ήρωες γιατί από εκατομμύρια επώνυμα πίξελς έχουμε -από καιρό- χορτάσει. Ας με συγχωρήσει προκαταβολικά η συγγραφέας αλλά διαβάζοντας κάθε ιστορία σκεφτόμουν το σταθμό, της αναχώρησης ή άφιξης, αυτά που έμειναν πίσω, αυτούς που περιμένουν μπροστά. Η διαδρομή και οι ιστορίες της δεν είναι (για μένα) παρά πρόσχημα για να γεφυρώσουν αυτές του σταθερού σημείου. Ωραίο όμως είναι να μου δείχνουν φωτογραφίες του χρόνου ανάμεσα, κι αυτό κάνει με σταθερό χέρι και έμπειρο –από τα πηγαινέλα- καδράρισμα η Δ.Κ. Λίγο πριν το τέλος του βιβλίου, ένα βαγόνι διηγείται την δική του ιστορία. Δεν διάβασα το μονόλογό του, όχι ως το τέλος. Γιατί τον ήξερα. Καθένας μας ένας συρμός είναι, με φωνές, πρόσωπα, μυρωδιές, βρωμιές, σκόνες, ματιές, ανάκατα με έναν μονότονο ήχο : αυτόν που κάνουν οι σκέψεις μας και οι μνήμες μας όταν μιλάνε μεταξύ τους. Χρόνια μου πήρε να καταλάβω πως το μονότονο υπνωτικό ντουπ ντουπ δεν είναι το μέταλλο που τρίβεται πάνω στις ράγες, ο ήχος του τρένου είναι μέσα μας, όχι έξω. Μέχρι το καρδιογράφημα να δείξει ευθεία και το ντουπ σιγήσει. Σε κάποιο σταθμό ή -συχνότερα- ανάμεσα σε δυο. Δώρα Κασκάλη, «Στο τρένο» , Εκδόσεις Γαβριηλίδης , 2010

Από κκμοίρης

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s