Θέση 25, βαγόνι 1

Θέση 25, βαγόνι 1

Αυτήν τη φορά είναι η σειρά του γιου. Βολεύει όπως όπως τα δυο μεγάλα πακέτα κάτω απ’ τα πόδια του. Βλέπει τα γυαλιστερά χαρτιά τους να τσαλακώνονται στις γωνίες, να γδέρνονται πάνω στο βρόμικο πάτωμα του τρένου. Μια ζωή ένα μυρμήγκι ήσουν, θυμάται να του λέει ο γιος του, όταν δεν δέχτηκε να επεκτείνει τη δουλειά του, να ξεφύγει από τα μεροκάματα και να γίνει αφεντικό. Ήξερε τη θέση του, προτιμούσε να μένει εκεί που τον έπαιρνε και μπορούσε να ορίσει καλύτερα, όπως τώρα με τα πακέτα. Δεν θέλει να απλωθεί περισσότερο, να πιάσει παραπάνω χώρο στο ράφι, εξόν από τη μικρή πλαστική του βαλίτσα, σε βάρος των συνεπιβατών και της τάξης. 

Η νύφη του έκανε παράπονα την άλλη φορά ότι δεν πάει να τους δει κι αυτούς, λες και δεν καταλαβαίνει ότι η κόρη του είναι άρρωστη και έχει ανάγκη από βοήθεια. Βέβαια τι να σου κάνουν δυο βδομάδες, αλλά δεν ήθελε να γίνει φόρτωμα στην οικογένειά της, είδε και τον γαμπρό του που γινόταν βαρύς όσο περνούσαν οι μέρες. Ήδη το ’χει για σπουδαίο που έμεινε δίπλα της, ενώ έμαθε για το κακό που τους βρήκε. Σκλήρυνση κατά πλάκας. Δεν τις ήξερε αυτές τις λέξεις, δεν περίμενε στα γεράματά του να ταΐζει την Λένα, να την βλέπει να πνίγεται στα σάλια της. Όταν ήταν νεούδι, δεν βοηθούσε καθόλου τη συχωρεμένη. Και στο χωριό τούς είχαν αλλιώς μεγαλωμένους, ήξεραν μόνο από βαριά δουλειά και όχι από ξεσκατώματα και φροντίδες των βυζανιάρικων. Τώρα έμαθε όλα να τα κάνει. Δίνει ένα χέρι και με τα παιδιά της, τα πάει στο σχολείο, τους ετοιμάζει κάνα πρόχειρο φαγάκι. Αλλά είναι λίγος ο χρόνος που μένει, μικρή η βοήθεια που δίνει. Γκρινιάζει και ζηλεύει κι ο άλλος.

Οι εγγονές του θα ξινιστούν με τα δώρα. Λες και είναι βαλτές από τη μάνα τους να θέλουν το αντίθετο απ’ αυτό που τους φέρνει. Μια παγωμάρα νιώθει στο σπίτι του γιου του, κι ας το ’χουν ακριβά επιπλωμένο, κι ας έχουν γεμάτο το ψυγείο τους με άχρηστα πράγματα. Κάθε φορά που τον βλέπει είναι και πιο συννεφιασμένος. Πού πήγε το χαμόγελό του; Ήταν το πιο γελαστό παιδί στη γειτονιά.

Ξέρει ότι του κόστισε πολύ ο θάνατος της μάνας του. Όπως και σ’ εκείνον. Είχε ζωή ακόμα η έρημη. Κι αν δεν ζήσανε χρόνια στενεμένα, μ’ έπιπλα που σκάρωνε εκείνος από μαδέρια της οικοδομής, με φασολάδα και φακή πέντε μέρες τη βδομάδα. Μόλις ξεπετάχτηκαν τα παιδιά και στήσαν τις φαμίλιες τους, εκείνη άρχισε να μαραζώνει. Μπήκε το σαράκι μέσα της και την έτρωγε. Καρκίνος. Τότε την έμαθε κι αυτήν τη λέξη να την λέει με τ’ όνομά της, και όχι «η κακιά αρρώστια», «η παλιοαρρώστια», «εκείνη η αρρώστια». Μετάσταση, χημειοθεραπεία, πόνοι που την κάναν ένα μικρό κουβάρι στο κρεβάτι τους, και δεν ήξερε πώς να την γιατροπορέψει, πώς να σταλάξει λίγη ανακούφιση στην ψυχούλα της που έλιωνε μαζί με το κορμί της.

Ο γιος του κάλλιο το ’χει να τον έβαζε στο ίδιο μνήμα με τη μάνα του. Μόλις ανέβηκε στο χωριό και είδε τα νέα έπιπλα έκανε σαν τ’ αγρίμι. Βαρούσε επίτηδες τις καρέκλες με τα παπούτσια του, χάραξε την τραπεζαρία με τα κλειδιά του. Μα πιο πολύ έγινε θηρίο όταν έμαθε για την Σταματούλα. Του έβγαλε γλώσσα για τα γεράματά του, για τον εαυτούλη του που έστειλε τη μάνα του άδικα στον άλλον κόσμο, για τις ανέχειες που κέρασε την πεθαμένη για να χαίρεται τώρα όλα τα καλά με την γερομαιτρέσσα του. Μίλησε για προσβολές στη μνήμη της νεκρής, άνοιξε καταβόθρα και τελειωμό δεν είχαν οι νουθεσίες και οι χριστοπαναγιές. Και φυσικά του χρέωνε που δεν έμεινε στην Αθήνα, να είναι δίπλα στα παιδιά του, στα εγγόνια του, στην οικογένειά του, και ξενιτεύτηκε στο παλιοχώρι που δεν έχει έναν γιατρό για ώρα ανάγκης. Τον άφησε κι αυτός να μιλάει, και βγήκε έξω να σκαλίσει τον κήπο.

Ύστερα από τόσο κόπο, ιδρώτα και τρομάρα στα γιαπιά, με τ’ αγιάζι να πιρουνιάζει το κρέας του και το στόμα του να καταπίνει χώματα και τσιμέντα, είχε κάθε δικαίωμα ν’ αναπαύσει το κορμί του όπου θα έβρισκε μεγαλύτερη παρηγοριά. Βαρέθηκε να πίνει τον καφέ του με θέα στα βρακιά τής απέναντι, να προσέχει πίσω από την πλάτη του μήπως τον ληστέψουν τα πρεζόνια της γειτονιάς. Και κυρίως δεν άντεχε να ρουφάνε τα πλεμόνια του τον φαρμακωμένο αέρα από τα φουγάρα των εργοστασίων και τις εξατμίσεις των αμαξιών. Πήρε των ομματιών του κι έφυγε πίσω στο χωριό του.

Παράξενο του φαίνεται που έρχεται σαν ξένος, σαν μουσαφίρης στην πόλη όπου έφτιαξε το λίγο του βιος και μεγάλωσε τα παιδιά του. Ξέρει απ’ έξω τους σταθμούς, τα δρομολόγια, τις στάσεις ανάλογα με το συρμό. Καμιά φορά πιάνει λακριντί με τους ελεγκτές και τις καθαρίστριες που έχουν μάθει τη φάτσα του από τα πολλά πήγαιν’-έλα. Σήμερα είναι γεμάτο το τρένο, αλλά δεν έχει διάθεση για κουβέντες. Προτιμά να κάτσει ήσυχα στη θέση του και ν’ αγναντεύει έξω.
Στο μπροστινό κάθισμα μια γυναίκα μαλώνει το γιο της που γκρινιάζει, έτσι που είναι στριμωγμένος και δεν μπορεί να τρέξει και να κάνει σκανταλιές. Στην ηλικία του πρέπει να ήταν όταν ξεκίνησαν, παιδάκια, με τον αδερφό του από την Φλώρινα και φτάσαν μέχρι την Βέροια με τα πόδια. Χέρι-χέρι κάνανε μια τεράστια διαδρομή που δεν την θυμάται πια και απαγκιάσανε στο χωριό, όπου έμενε ένας μακρινός συγγενής τους. Αποδιωγμένοι από τη μητριά τους, αρνημένοι από έναν πατέρα που έβαλε κι άλλον μπελά στο κεφάλι του με τρία ακόμη αγόρια από τη δεύτερη νύφη του, κοίταξαν να μείνουν οι δυο τους οικογένεια και να τα βγάλουν πέρα, δουλεύοντας στα χωράφια και ζώντας σαν ψυχοπαίδια στην αποθήκη του συμπονετικού θείου.
Όταν οι τρυφερές παλάμες των άλλων παιδιών χούφτωναν την κιμωλία για να ζωγραφίσουν στον πίνακα τα γράμματα, όταν εκείνα μάθαιναν την αριθμητική με τον άβακα, αυτοί σκάλιζαν την αλφαβήτα της εργατιάς με την αξίνα και μετρούσαν τους κόπους τους με αυτά που γεννούσε ο κάμπος. Μεγάλωσαν απότομα, λες και τα ζωντανά μαζί με το αλέτρι τραβούσαν και τα χρόνια τους πιο γρήγορα από των άλλων. Αλλά ενώ αυτός έμεινε στην ψυχή του όπως τότε, ο αδερφός του έγινε πιο σκληρός κι από τ’ απότιστα χωράφια. Αυτός δεν καταδέχεται πια να μπαίνει στα τρένα με το λαουτζίκο, έχει τη λιμουζίνα του και πάντα πρώτη θέση στ’ αεροπλάνο.
Στ’ απέναντι καθίσματα το ζευγαράκι κοιμάται αγκαλιασμένο. Είπαν ότι είναι νιόπαντροι και κατεβαίνουν για μήνα του μέλιτος στην πρωτεύουσα. Έχουν ξεχάσει τον κόσμο γύρω τους και κρατούν τον έρωτα και τις ελπίδες τους στο θόλο της αγκαλιάς τους. Πόσα χρόνια, άραγε, έχουν περάσει από τότε που κατέβηκαν οικογενειακώς στην Αθήνα με το σαραβαλιασμένο ΚΤΕΛ του νομού Ημαθίας; Τότε τα χρόνια ήταν άλλα και δεν τολμούσε να την χαϊδέψει δημοσίως ή να την ξεκουράσει από το μωρό που της είχε κόψει ολημερίς τα χέρια. Ακόμη δεν είχαν κάνει τον γιο τους. Μόνο την Λένα τους κατέβασαν λεχούδι στη μεγάλη πόλη. Απόειδαν με τα νοικιασμένα χωράφια που ξεκίνησαν να καλλιεργούν. Τα μισά λεφτά τούς τα ’τρωγε ο μεσίτης και τ’ άλλα ο ιδιοκτήτης. Για να μην ξενιτευτούν όπως τόσοι και τόσοι και μάθουν τα παιδιά τους ξένη γλώσσα και άλλες συνήθειες, για να μην ξεχάσουν και οι ίδιοι τα ελληνικά, προτίμησαν την πρωτεύουσα. Στα ξένα θα ήταν δυο φορές ξένοι, στον τόπο τους θ’ άντεχαν το ξερίζωμα. Εκείνος είχε ήδη χάσει μια πατρίδα. Για την Αντιγόνη θα ήταν πιο δύσκολα, αλλά θα τα κατάφερνε. Ήταν παλικάρι η μακαρίτισσα, πάντα με το γλυκό τον λόγο και τις ιστορίες της από τα Ευαγγέλια.
Τα πιο σκληρά χρόνια, μα και τα πιο αγαπησιάρικα τα έζησε στο χωριό, και σε αυτό επέστρεψε μετά που πήρε σύνταξη, για να τον θάψουν στο νεκροταφείο του κάποια μέρα. Εκεί δεν μαζεύουν τα κόκαλα των νεκρών, αφήνουν τους τάφους να τους φροντίζουν οι συγγενείς, όσο μπορούν και θυμούνται. Όταν ήταν ακόμη παιδί, παίζανε κρυφτό ανάμεσα στα μνήματα, χαζεύανε τα ονόματα και φτιάχνανε ιστορίες με τους πεθαμένους. Αλλά σάμπως πόσο πρόλαβε να είναι παιδί; Από τότε ένιωθε μεγάλος. Παλικαράκι μόλις, κατάφερε κι έκανε καλό όνομα κι ας μην είχε στον ήλιο μοίρα. Ήξερε καλά το χωράφι, πολεμούσε αντρίκια τον καιρό και τα τερτίπια της φύσης. Κι έτσι ομορφοκαμωμένο που τον είχε φτιάξει η συχωρεμένη η μάνα του, πολλές τον αγάπησαν. Αυτός διάλεξε την Αντιγόνη που μπορεί να μην του ’δωσε προίκα, αλλά τα μάτια της είχαν μια καστανή καλοσύνη που τον ξεκούραζε. Άλλωστε δεν ήθελε να μπει στα στόματα του κόσμου ότι κατάντησε, μετά από τόσο ιδρώτα και μόχθο, σώγαμπρος και βολεμένος με τα έτοιμα. Καλύτερα η Αντιγόνη του παρά καμία πλούσια και απαιτητική γλωσσού.
Με την Σταματούλα είναι αλλιώς. Δεν θα κάνουν παιδιά μαζί ούτε θα παλεύουν για το καθημερινό, όλα όσα έδεναν κάποτε τα ζευγάρια. Έχει ησυχάσει το κεφάλι τους από τις παλιές φροντίδες και κοιτάνε να περνάνε το χρόνο που τους απομένει με καμιά βόλτα, κανένα ούζο στην Βέροια όταν έχει καλοκαιρία, μικρά πράγματα που τα στερηθήκανε για χρόνια. Είναι σίγουρος ότι και η Αντιγόνη δεν θα τον κακολογούσε, αν τον έβλεπε από καμιά μεριά. Και το βράδυ που πλαγιάζουν μαζί, έχει μια αγκαλιά και δυο πόδια να του ζεσταίνουν τα δικά του, που είναι μονίμως παγωμένα από τα κρύα που άρπαξε όλη του τη ζωή πάνω στις σκαλωσιές. Άδικος είναι ο γιος του, λες και δεν είναι δικό του αίμα.
Και να πεις ότι δεν του στάθηκε; Αν δεν τον έπαιρνε μαζί του στη δουλειά, δεν θα μάθαινε τα μυστικά της οικοδομής και δεν θα ήταν τώρα επιχειρηματίας. Ξέχασε που δεν σκάμπαζε τα γράμματα και δεν ξέραν τι θ’ απογίνει με τον ευέξαπτο και αψύ χαρακτήρα του; Η Αντιγόνη τον είχε μεγάλο καημό, ενώ η Λένα ποτέ δεν τους στεναχώρεσε. Μόνο τώρα, χωρίς να το θέλει το καημένο, έδωσε τέτοια πίκρα στον πατέρα της. Καλύτερα που πρόλαβε και πέθανε η μάνα της, γιατί είναι σίγουρος ότι δεν θα άντεχε να την βλέπει σε αυτά τα χάλια.
Την Λένα την σπουδάσανε, και καμαρώνανε που βγήκε γραμματισμένος κι από τη δική τους οικογένεια. Αλλά ο γιος του τα κατάφερε καλύτερα με το χρήμα. Μπορεί να μην του άφησε σερμαγιά για να ξεκινήσει, αλλά του έδωσε κάτι πιο βαρύ, ένα καλό όνομα στην πιάτσα για να πάρει τις πρώτες του εργολαβίες και να σταθεί στα πόδια του. Άξιος φάνηκε ο γιος του, παντρεύτηκε και μια κοπέλα από καλή οικογένεια κι όμορφη, για πετυχημένο τον βλέπουν οι συγγενείς. Μέχρι κι ο αδερφός του που δεν τον καταδέχεται πια, με τον ανιψιό του είναι πιο ανοιχτός. Το χρήμα, βλέπεις, μιλάει σε τέτοιους ανθρώπους και όχι το αίμα.
Τώρα θα κάτσει μια βδομάδα κι ας στραβομουτσουνιάσει ο άλλος. Κι αν μπορεί, θα πετάγεται και μέχρι την Λένα να της κρατάει συντροφιά. Θα λέει ότι πάει να συναντήσει στο καφενείο τούς σιδεράδες απ’ το παλιό του συνεργείο. Έτσι κι αλλιώς ξεσυνήθισε τα ντουβάρια. Δεν αντέχει πολύ μέσα στο σπίτι. Θέλει να βγαίνει και ν’ αγναντεύει το Βέρμιο, να παρακολουθεί την τροχιά του ήλιου που βάφει και με άλλα χρώματα την κάθε μέρα. Στην πόλη νιώθει σαν τα ζώα μέσα στο κλουβί.
Αγρότης, σιδεράς και μπετατζής, και τώρα απόμαχος χωριάτης. Αυτό το λογαριασμό κάνει για τη ζωή του σαν τον ρωτάει κανένας που τυχαίνει να κάτσει δίπλα του στο τρένο και πιάνουν τη συζήτηση. Πόσες ζωές δεν έχει γνωρίσει με αυτά τ’ ανεβοκατεβάσματα. Έτσι, για να ξεχνιέται και να βλέπει ότι και οι άλλοι έχουνε βάσανα ατέλειωτα, ότι δεν έχει μόνο αυτός μερίδιο στον πόνο. Και δεν είναι μόνο η Λένα του με την ανημπόρια της. Αυτή, είναι σίγουρος, θα το ξεπεράσει το κακό, θα το παλέψει και θα το χτυπήσει κάτω με γερά τα ποδάρια της. Η φυσιοθεραπεία πάει καλά και μπορεί τα χειρότερα να πέρασαν. Είναι και η ιατρική που προχωράει τρέχοντας αυτόν τον αιώνα. Κάτι θα βρουν για να γιατρέψουν την αρρώστια που βλάπτει τα νεύρα της θυγατέρας του. Είναι μαχητής η Λένα του, σαν την Αντιγόνη που στα τελευταία της, ακόμα και και τη μέρα που ξεψύχησε, του ζήτησε να την στήσει όρθια για να φτιάξει κολατσιό του γιου τους και μετά με τρεμάμενο χέρι τον σταύρωσε και τον αποχαιρέτησε για πάντα.
Πιο πολύ είναι το βλέμμα του γιου του που του κόβει τη χαρά. Εκείνος λέει ότι τ’ αντέχει όλα, όλα τα καταφέρνει με την εξυπνάδα και τη σκληράδα του. Αλλά χαρούμενος δεν είναι. Αυτός στα νιάτα του, που δεν είχε μήτε τους μισούς παράδες του γιου του, ένιωθε πιο ελαφρύς. Η σκιά του γιου του δεν τον ακολουθεί πια, μοιάζει να τον κουκούλωσε για τα καλά και λυτρωμό δεν φαίνεται να βρίσκει μήτε στη γυαλισμένη Μπε Εμ Βε του μήτε στις πιστωτικές κάρτες και στις μετοχές του. Και οι κουβέντες με τη γυναίκα του λιγοστές. Όταν πάει στην Αθήνα, η νύφη του κάνει παράπονα ότι είναι ολημερίς χαμένος ο κανακάρης του σε δουλειές, κι αυτή παλεύει με τα παιδιά τους μοναχή. Κι όταν βγαίνουνε βόλτα, πάει ο ένας μπροστά και η άλλη πίσω. Πώς κοιμούνται μαζί στο κρεβάτι; Δεν αγγίζονται, νέοι άνθρωποι που η σάρκα τους ακόμα διψάει;
Φτάνουν σε λίγο στον σταθμό, και ο μπόμπιρας από μπροστά δεν έχει αναπαμό. Η μάνα του δεν τον μαλώνει πια. Τον αφήνει να ξεμουδιάσει πάνω-κάτω στο βαγόνι, και χαμογελάει που τον κανακεύουν κάτι γριές στα πίσω καθίσματα. Ίσως αυτήν τη φορά να μπορέσει να ξεμοναχιάσει τον γιο του και να πούνε δυο λόγια. Ποτέ δεν μιλήσανε ανοιχτά και δεν ζει και η Αντιγόνη για να του πει μερικές κουβέντες, να τον βοηθήσει. Στις μέρες μας εύκολα καταπίνονται τα χιλιόμετρα σαν μένεις μακριά, μα η απόσταση στις ανθρώπινες καρδιές θέλει άλλα ποδάρια για να περπατηθεί. Ίσως αυτήν τη βδομάδα, αν φιλέψει τον γιο του με βούκες από τον γινωμένο καρπό της καρδιάς του, ίσως να πάρει κι αυτός με τη σειρά του ένα άλλο βλέμμα, ένα χάδι που ντρεπόταν τόσα χρόνια να ζητήσει.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s