Feeds:
Posts
Comments

Καπναπαγόρευση
ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΥ (http://vangelisraptopoulos.wordpress.com)

Τα καλά της κρίσης , 13 Μαρτίου 2011

ΑΝΑΡΩΤΙΕΜΑΙ τι πρόκειται ν’ αλλάξει, και μάλιστα προς το καλύτερο, όσο η οικονομική κρίση θα βαθαίνει. Θα συνειδητοποιήσουμε, άραγε, ότι όλα εδώ πληρώνονται; Και ότι τίποτα στο βάθος δεν σου χαρίζεται;
Είτε μιλάμε για την παραπλανητική βιτρίνα -γνωστή και ως εικονική πραγματικότητα- της ραδιοτηλεόρασης και των φρι πρες, είτε για τα δώρα-άδωρα του συμβατικού τύπου: σιντί, ντιβιντί, βιβλία, ιλουστρασιόν περιοδικά. Αρκεί το πάτημα ενός κουμπιού, αρκεί ν’ απλώσεις το χέρι σου, και σου δίνονται κυριολεκτικά στο πιάτο. Με αντάλλαγμα την ψυχή σου. Ωσπου να έρθει, καλή ώρα, ο λογαριασμός, με τη μορφή της κρίσης. Κι αφού λεφτά δεν θα έχουν πια, ούτε οι επιχειρηματίες για να διαφημίσουν τα προϊόντα τους ούτε ο καταναλωτής για να τ’ αγοράσει, ίσως έρθουν τα πάνω κάτω. Γιατί και το φτηνό θέαμα και η εξωραϊστική αρθρογραφία και οι προσφορές-δώρα σού παρέχονται υπό τον όρο ότι θα δεις και τις διαφημίσεις που τα συνοδεύουν. Η διαφήμιση είναι η αιτία ύπαρξης και ο απώτερός τους στόχος, χωρίς αυτήν δεν θα έπαιρνες το παραμικρό, έστω και δήθεν δωρεάν.

Παράλληλα, η κρίση αυξάνει τη δυσπιστία μας απέναντι στην οικονομική, πολιτισμική και ιδεολογική παγκοσμιοποίηση. Υποψιαζόμαστε ότι η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση είναι η ίδια η παγκοσμιοποίηση, αυτοπροσώπως. Στο χαμένο κέντρο της βρίσκονται εγκατεστημένες οι διαβόητες «αγορές», που μας φαίνονται βουτηγμένες στην απροσδιοριστία, και σαν να είναι αόρατες, ένας εχθρός-φάντασμα. Η κρίση κάνει δραματική και επείγουσα την ανάγκη να στρέψεις και πάλι το βλέμμα στο τοπικό, στο εθνικό, στο πατριωτικό, πράγματα μέχρι πρότινος ξεπερασμένα και αναχρονιστικά, που λίγο μόνο θέλουν για να επανέλθουν στη μόδα. Οι «παγκοσμιοποιημένοι» ανάμεσά μας, που έκαναν θραύση τα τελευταία χρόνια, μάλλον θ’ ανακρούσουν πρύμναν. Τα μυθιστορήματα που εκτυλίσσονται στο εξωτερικό, οι ταινίες που τοποθετούνται σ’ έναν ασαφή χωροχρόνο και τα τραγούδια με αγγλικό στίχο, θα λιγοστέψουν. Αργά ή γρήγορα θα ξαναμάθουμε, πάνω στο πετσί μας, ότι ο δρόμος για το παγκόσμιο ξεκινάει αναπόφευκτα από το τοπικό.

Τέλος, φαντάζομαι ότι κάποια στιγμή θα υπάρξει ένα γενικευμένο αίτημα για επιστροφή στην ποιότητα. Οχι, όμως, την ποιότητα των υποκριτών, την (κ)ακαδημαϊκή και στραγγισμένη από χυμούς ζωής, που διαθέτουμε σε αφθονία στην Ελλάδα. Μιλάμε για μια ποιότητα νέα, που αποτελεί ζητούμενο και μένει να εφευρεθεί. Για μια ποιότητα που θ’ αντιστοιχεί και θα εμπνέεται από τις καινούργιες κοινωνικές συνθήκες, όπου το καταναλωτικό όργιο και η ανούσια αφθονία θα είναι παρελθόν. Σημασία έχει ότι θα πάψουν πια να κυριαρχούν η ψυχαγωγική σαχλαμάρα, η νευρωτική διακωμώδηση των πάντων και η υποχρεωτική επίδειξη κυνισμού και κενότητας. Να τι βρίσκεται στον αντίποδα της ποιότητας, όπως την εννοοώ. Και ασφαλώς, δεν αμφιβάλλω ότι μαζί με την επιστροφή στην ποιότητα, θα έρθει και το παραπέρα ξήλωμα του υφάσματος, η συνέχιση της κατρακύλας προς τον πάτο. Το καλό και το κακό είναι δίδυμα, καλώς ή κακώς.

Το πρόβλημα με κάτι τέτοιες προφητείες είναι ότι αποτελούν ταυτόχρονα και τους ευσεβείς μου πόθους. Είτε διαψευστούν, όμως, είτε επαληθευτούν στο μέλλον, μπορεί κανείς, με όλη του την άνεση, να τα εφαρμόζει ήδη στη ζωή του, εναρμονίζοντάς την με το πνεύμα τους. Στο κάτω κάτω, όπως λένε οι Κινέζοι, ακόμα κι ένα ταξίδι χιλιομέτρων αρχίζει μ’ ένα βήμα. Μια ευρύτερη αλλαγή συνείδησης ίσως ξεκινάει με μια επιφυλλίδα. Ιδού, λοιπόν, το βιβλίο μιας πρωτοεμφανιζόμενης διηγηματογράφου: Δώρα Κασκάλη, «Στο τρένο» (εκδ. Γαβριηλίδης, 2010). Αν αυτό λέει κάτι, το διάβασα αυθημερόν. Μου άρεσε η έγνοια της για μια ευρύτερη σύνθεση, γύρω απ’ τον άξονα του τρένου. Αλλά ακόμα πιο πολύ μου άρεσαν η λάγνα θεματολογία των οκτώ ιστοριών της, μαζί με τη γνήσια συμπόνια και κατανόηση που δείχνει στους ήρωές της. Ενα λογοτεχνικό ντεμπούτο που μέχρι στιγμής πέρασε μάλλον απαρατήρητο. Το γεγονός ότι η βιβλιοπαραγωγή αργά ή γρήγορα θα συρρικνωθεί, δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην άρση της λογοκρισίας που ασκείται διά του εκδοτικού πληθωρισμού. Αλλο ένα από τα καλά της κρίσης.

Ο ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ είναι πεζογράφος.

Ένα ταξίδι µε τρένο συνήθως είναι µια συναρπαστική, γοητευτική εµπειρία. Κάποιες φορές, βέβαια, µπορεί να φανεί µονότονο ή πληκτικό. Το ίδιο συµβαίνει και µε την τέχνη, όταν πραγµατεύεται τρένα ή διαδροµές ανθρώπων µέσα σ’ αυτά. Τρένα, αποβάθρες, ράγες, κουπέ και σταθµοί αξιοποιήθηκαν έως τώρα από τους κινηµατογραφιστές, τους ζωγράφους ή τους λογοτέχνες κατά κόρον, άλλοτε µε επιτυχία, άλλοτε όχι. Η ∆ώρα Κασκάλη, στην πρώτη της λογοτεχνική απόπειρα, που
τιτλοφορείται «Στο τρένο», καταπιάνεται µε ιστορίες ανθρώπων που ταξιδεύουν µε τρένα, σκάβοντας βαθιά µε την πένα της στους χαρακτήρες και στην ψυχοσύνθεσή τους.
Οι ήρωες της συγγραφέως είναι καθηµερινοί, γήινοι και κουβαλούν µέσα τους τα µικρά ή τα µεγάλα τους προβλήµατα. Ένα υψηλόµισθο στέλεχος επιχείρησης, παντρεµένος, που αναπολεί µια παράνοµη σχέση του µε µια υπάλληλο της επιχείρη σης, την εποχή που ήθελε να γλιτώσει από τα «χλιαρά σεντόνια της γυναίκας του». Μια φοιτήτρια που το παίζει, ερωτικά, σε πολλά ταµπλό. Έχει δεσµό µε κάποιον πλούσιο πενηντάρη, κτητικό απέναντί της, αλλά φλερτάρει και τον φοιτητή µε τον οποίον συνταξιδεύει, αφήνοντάς του περιθώρια ερωτικού σµιξίµατος, σε µια µελλοντική συνάντησή τους στο Λονδίνο, όπου εκείνος θα σπουδάσει. Ένας χήρος ηλικιωµένος (πρώην αγρότης, σιδεράς και µπετατζής, και τώρα απόµαχος χωριάτης), µε κόρη που πάσχει από σκλήρυνση κατά πλάκας, που επισκέπτεται τον παντρεµένο γιο του, για να καλυτερέψει τις σχέσεις του µαζί του. Μια πρώην ιερόδουλος που επισκέπτεται απότην Λάρισα στην Αθήνα την κουµπάρα της, και που σε όλη την διαδροµή αναπολεί τα νιάτα της και τις παλιές της αµαρτίες -εκπορνευόταν κάποτε
σε τρένα, την ώρα της διαδροµής. Ένας ευαίσθητος φαντάρος, πτυχιούχος φιλοσοφικής, που ταξιδεύει από τον Έβρο στην Αθήνα, και για τον οποίον, προς το τέλος της ιστορίας, πληροφορούµαστε για κάποια αποκλίνουσα ερωτική συµπεριφορά του, που όµως δεν επιθυµεί να επαναλάβει στο µέλλον. Ένα ζευγάρι ηλικιωµένων µε την διαζευγµένη κόρη τους, τον εγγονό και τον γιο τους που ταξιδεύουν στην Κατερίνη, για να συναντήσει ο χωρισµένος πατέρας του παιδιού τον γιο του. Η συνάντηση ενός άνεργου, σπουδαγµένου, λιγοµίλητου νέου µε έναν πρόσχαρο και οµιλητικό επαρχιώτη, απόµαχο της ζωής, που οπλίζει τον πρώτο µε δύναµη και υποµονή για να αντεπεξέλθει τις δυσκολίες της ζωής του. Και -εν είδει επιµυθίου- ο µονόλογος ενός παλιού, πολυχρησιµοποιηµένου, παροπλισµένου συρµού, τη στιγµή που οδηγείται στο νεκροταφείο των τρένων.
Οι ιστορίες, στη συντριπτικήτους πλειοψηφία, είναι καλογραµµένες, ισορροπηµένες, άµεσες και πειστικές. Μέσα από αυτές, φαίνεται πως η συγγραφέας γνωρίζει καλά το ερωτικό παιχνίδι, µε τις απιστίες, τις ζηλοτυπίες, τη θεατρικότητα, τα όρια του πάθους και τις αλλοπρόσαλλες αντιδράσεις των πρωταγωνιστών της. Τα διηγήµατα θυµίζουν µικρού µήκους ταινίες του ασπρόµαυρου γαλλικού σινεµά, όπου σε ένα αµετάβλητο, βουβό σκηνικό, όπως το βαγόνι ενός τρένου, λίγα λέγονται, πολλά υπονοούνται και υποδηλώνονται, ενώ οργιάζει η φαντασία, η νοσταλγία, το πάθος και η αναπόληση. Στο τέλος των ιστοριών δίνεται πάντα µια µικρή, ορατή διέξοδος στο πρόβληµα των ηρώων, και πάντα ο αναγνώστης διακρίνει κάτι το ενθαρρυντικό και αναστρέψιµο. Ωστόσο, αυτή η διέξοδος φαντάζει προσωρινή και παροδική, σε σηµείο που να µην µπορούµε να µιλάµε για αίσια έκβαση κάθε µεµονωµένης ιστορίας.
Στα αρνητικά του βιβλίου, κάποιες υπερβολικά διατυπωµένες φράσεις (όλη η περιγραφή της λεπτότητας της µορφής του φαντάρου, σελ. 86 και σελ. 89), κάποιες στοµφώδεις και υπερβολικές αναφορές εν γένει, και µια µικρή προτίµηση στην ιδιότροπη λέξη, που δεν λειτουργεί πάντα πετυχηµένα. ∆εν είναι τυχαίο που σχεδόν όλα τα αδύνατα σηµεία της Κασκάλη είναι συγκεντρωµένα στην ιστορία της µε τον φαντάρο, που ταξιδεύει από τον Έβρο στην Αθήνα. Παρότι το διήγηµα έχει αρετές, εν τούτοις αποτυπώνει τη γυναικεία µατιά για τον στρατό (διανθισµένη µε άφθονες κοινοτυπίες), που φαντάζει στα µάτια της συγγραφέως άκρως απωθητικός, δίχως όµως να τεκµηριώνεται επαρκώς αυτή της η άποψη.
Νοµίζω πως αν η Κασκάλη διακρίνει τις µικρές της αδυναµίες και τις διορθώσει, στο µέλλον θα εξελιχθεί σηµαντικά, αφού η πρώτη λογοτεχνική της κατάθεση είναι κάτι περισσότερο από ενθαρρυντική.

Από τη Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2010

**Δώρα Κασκάλη, Στο τρένο, εκδόσεις Γαβριηλίδης, σ. 168

Θερμές ιστορίες. Ανθρώπινες.


“Ένα βιβλίο ένα ταξίδι”: Η μακροβιότερη τηλεοπτική εκπομπή λόγου για το βιβλίο και τα γράμματα στην Ελλάδα. Ξεκίνησε το 1992 και μέχρι σήμερα έχει παρουσιάσει έναν εντυπωσιακό αριθμό κορυφαίων και νέων συγγραφέων. Δημοσιογραφική επιμέλεια – παρουσίαση: Στέλιος Λουκάς.

Σύντομα θα γίνει παρουσίαση και συζήτηση για το βιβλίο με τον ακαταπόνητο κ. Λουκά, ο οποίος σε κατεξοχήν αντιπνευματικές ημέρες, επιμένει να προβάλει τους έλληνες δημιουργούς

…Δεν θα μπορούσα να μη ρίξω μια ματιά -λόγω τίτλου- στα διηγήματα της Δώρας Κασκάλη: Στο τρένο, λοιπόν, από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη. Καθημερινός επιβάτης του Ηλεκτρικού, με αγάπη για τα ταξίδια με το τρένο δεν ήταν δυνατόν να μείνω ασυγκίνητος από τους τίτλους των ιστοριών που αναφέρονται σε θέσεις και βαγόνια! Κι ενώ εγώ συνομιλώ με φανταστικούς ήρωες και συγγραφείς, η Δ. Κασκάλη μου χαρίζει μια σειρά από θαυμάσιες περιπέτειες που συμβαίνουν στα βαγόνια, καθώς διασχίζουν την Ελλάδα από Βορρά προς Νότο και ανάποδα… Μη φανταστείτε τίποτε παράξενες ιστορίες και τολμηρές εικόνες. Είναι αυτά που μπορεί να συμβούν στον καθένα μας. Ή αυτά που θα βλέπαμε αν μπορούσαμε να διαβάσουμε το μυαλό των συνταξιδιωτών μας… (περισσότερα μπορείτε να βρείτε και στο μπλογκ: http://stotreno.wordpress.com )

Κώστας Στοφόρος, Ηλεκτρικές ανα-γνώσεις τ. 28, 30-8-2010

Απ’ όλα τα μέσα, το τρένο είναι αυτό που επέδρασε καθοριστικά στη διαμόρφωση της νεωτερικότητας. Από την ανακάλυψη της φύσης και τη συναρμολόγηση του αστικού σκηνικού έως το κινηματογραφικό τράβελινγκ και την ανάπτυξη του κολάζ, κι από την Αισθηματική αγωγή του Φλωμπέρ έως τον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι και το θωρακισμένο τρένο του Κόκκινου Στρατού που κέρδισε την πρώτη εργατική επανάσταση του κόσμου, το τρένο συνεχίζει ν’ αποτελεί μια κεντρική αρτηρία της ζωής και της τέχνης. Το όχημα αυτό, με την πλούσια διακειμενικότητα, επιλέγει η Δώρα Κασκάλη για να καταγράψει τις εσωτερικές διαδρομές των ηρώων της σ’ ένα τοπίο, η διακριτική καταγραφή του οποίου συνθέτει την τοπολογία της σύγχρονης κρίσης. Στα θετικά του βιβλίου μπορεί να λογιστεί η θεατρικότητα των αφηγήσεων και η οικονομία του λόγου. Στα αρνητικά μια κάποια ευκολία της Κασκάλη να αφήνεται σε χρησιμοποιημένα σχήματα, που μπορεί να παραπέμπουν στη φθορά του αφηγηματικού της υλικού αλλά περιορίζουν την ευρηματικότητα της μυθοπλασίας. “Τα τρένα ταξιδεύουν μοναχά τους και συναντούν τους φίλους τους όταν ξεκουράζονται το βράδι στους σταθμούς. Αλλά πιο πολύ στη ζωή τους είναι μόνα τους κι έχουν ανάγκη και τα παραμύθια. Ό,τι και να λένε οι μεγάλοι, τα τρένα ακούνε τα παραμύθια τους και είναι σαν να ζούνε κι αυτά μέσα από τα κορμάκια των παιδιών”.  Το βιβλίο ωστόσο είναι καλογραμμένο και μας πείθει για τον καλλιτεχνικό αναστοχασμό της εμπειρίας και της καθημερινότητας. Ταξιδεύοντας τελικά μέσα στον αφηγηματικό συρμό της Κασκάλη, ο αναγνώστης ξεχνιέται σ’ ένα ταξίδι οικειότητας και ανοικειότητας για να ανακαλύψει τελικά ότι είναι ο μοναδικός επιβάτης και ταξιδευτής της ίδιας του της ζωής.

Παρασκευή, 22 Οκτωβρίου και ώρα 7 το απόγευμα θα γίνει η παρουσίαση του βιβλίου στο πλαίσιο των τριήμερων εκδηλώσεων. Θα μιλήσει η συγγραφέας, ενώ μέλη της θεατρικής ομάδας θα διαβάσουν αποσπάσματα από το βιβλίο.

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.